Το λοιπόν γινόταν ένας γάμος στην Κρήτη, αλλά έγινε καυγάς χοντρός.
Παραλίγο να γίνουν και φονικά αλλά επενέβη η αστυνομία.
Μετά πάνε όλοι στο τμήμα, (ήρθε και ο Γόρτυς)
για ανακρίσεις και εξετάσεις της υπόθεσης.
"Τι έγινε;;;" λέει ένας μπάτσος με μουστάκι τσιγκελωτό.
"Να σας πω κύριε πόλισμάν μου" λέει ο κουμπάρος.
"Χόρευα με την νύφη ένα χορό,
αλλά η μουσική δεν σταματούσε και συνέχισα να χορεύω
και δεύτερο και τρίτο τραγούδι.
Τότε σηκώνεται ο γαμπρός και δίνει μια κλωτσιά
στα . . . απόκρυφα της νύφης.
Ε, μου έσπασε τρία δάχτυλα."
Όταν ο Ιησούς ολοκλήρωσε το έργο του στη γη και γύρισε στον Παράδεισο, θέλησε να βρει τον θνητό πατέρα του τον Ιωσήφ.
Όταν τον ρώτησε ο Άγιος Πέτρος ποιός ήταν για να τον οδηγήσει σε αυτόν, ο Ιησούς απάντησε:
- Ήταν ένας φτωχός και καλόκαρδος ξυλουργός.
- Κατάλαβα, λέει ο Άγιος Πέτρος. Έλα μαζί μου.
Πράγματι, σε μια γωνιά βρήκαν έναν γεράκο ξυλουργό που εκείνη την ώρα δούλευε με τις κατασκευές του.
- Ορίστε λέει ο Άγιος Πέτρος, ο Πατέρας σου.
Ο Ιησούς, συγκινημένος, τρέχει προς το μέρος του γέρου και φωνάζει:
- Πατέρα!
Τον κοιτάζει ο γέρος και αποκρίνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό:
- Πινόκιο!