Μια Κυριακή ξυπνάει ένας τύπος και διαπιστώνει ότι έχει χάσει το καπέλο του. Αφού έφαγε λοιπόν τον κόσμο και δεν το βρήκε, αποφάσισε να πάει στην εκκλησία μήπως και μπορέσει να βουτήξει κανένα.
Πράγματι πηγαίνει και πέφτει πάνω στην ώρα που ο παπάς, ανεβασμένος πάνω στον άμβωνα, έκανε ένα ζωηρό και αυστηρό κήρυγμα για τις δέκα εντολές. Αφού άκουσε το κήρυγμα με προσοχή ο άνθρωπός μας έδειξε να ενθουσιάζεται πολύ, τόσο μάλιστα που μόλις τελείωσε ο παπάς, σήκωσε το χέρι του και είπε:
-"Δέσποτά μου με έσωσες από αμαρτία! Να φαντασθείς ότι είχα έλθει στην εκκλησία με σκοπό να κλέψω ένα καπέλο και αφού άκουσα το κήρυγμά σου αποφάσισα να μην το κάνω."
-"Συγχαρητήρια τέκνο μου", του είπε ο παπάς. "Και ποιο σημείο της ομιλίας μου σε έκανε να αλλάξεις γνώμη και να πάρεις αυτή τη μεγάλη απόφαση;"
-Αγιε πατέρα μιλούσες για τις δέκα εντολές και όταν έφθασες στην "ΟΥ ΜΟΙΧΕΥΣΕΙΣ", θυμήθηκα που είχα αφήσει το καπέλο μου!
Είναι τρεις φυλακισμένοι μέσα στις φυλακές της Μόσχας, στην πρώην
Σοβιετική Ένωση και συζητούν:
1ος κρατούμενος: Ξέρετε γιατί με έβαλαν μέσα;
2ο και 3ος κρατούμενος: Γιατί;
1ος κρατούμενος: Γιατί είπα κάτι κακό για τον σύντροφο Ποπώφ.
2ος κρατούμενος: Εμένα με βάλανε μέσα γιατί είπα κάτι καλό για τον
σύντροφο
Ποπώφ.
1ος κρατούμενος: Και εσένα γιατί σε βάλανε μέσα; ρωτάει τον τρίτο.
3ος κρατούμενος: Εγώ; Εγώ είμαι ο σύντροφος Ποπώφ.