Μια μέρα ένας δάσκαλος δείχνει στο Γιώργο το γράμμα έψιλον {ε} και τον ρωτά:
-Αυτό που βλέπεις τι είναι Γιώργο;
-Αυτό είναι το γράμμα έψιλον.
Ο δάσκαλος αναποδογυρίζει το έψιλον και το κάνει τρία {3} και πάλι ρωτά.
-Γιώργο αυτό που βλέπεις τώρα τι είναι;
-Έψιλον του απαντά ο Γιώργος.
-Λάθος, του λέει ο δάσκαλος, δεν είναι έψιλον αλλά τρία {3}.
Ο Γιώργος πεισματώνει και υποστηρίζει ότι είναι έψιλον και λέει στο δάσκαλο
-Δάσκαλε, εγώ ή στην ανατολή κοιτάζω ή στη δύση κοιτάζω πάλι ο Γιώργος δεν είμαι.
Ένας διαρρήκτης μπουκάρει τις μικρές ώρες σε μια βίλα κάπου στην Εκάλη. Μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα δειλά βήματα στα σκοτεινά, ακούει μια φωνή να λέει "Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ!" και μένει κάγκελο.
Μουδιασμένος και ακουμπώντας σε ένα τοίχο, μένει ακίνητος κρατώντας ακόμα και την αναπνοή του για 2 λεπτά, αλλά δεν ακούει κανένα θόρυβο. Δειλά, δειλά κάνει ένα μικρό βηματάκι.
-Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΩΡΑ! ακούει πάλι τη φωνή, αυτή τη φορά πιο δυνατά και αυστηρά από πριν.
Χεσμένος από το φόβο του, ανάβει το φακό του και αρχίζει να ψάχνει από που έρχεται αυτή η φωνή. Δεν αργεί να εντοπίσει ένα μεγάλο παπαγάλο σε ένα κλουβί που κρεμόταν στο τοίχο και γυάλιζε το μάτι του στο δυνατό φως του φακού.
Διαρρήκτης: Εσύ μίλησες;
Παπαγάλος: Ναι εγώ και είπα ότι ο Θεός σε βλέπει τώρα που μπήκες να κλέψεις.
Δια: Α να χαθείς βλάκα και με κοψοχόλιασες! Μιλάς όμως πολύ καλά και καθαρά.
Παπ: Φυσικά και μιλάω καλά. Τι στο καλό είμαι και 50 χρονών!
Δια: Εντυπωσιακό. Το είχα καταλάβει ότι κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ μέσα. Και δεν μου λες, πώς σε λένε;
Παπ: Μήτσο με λένε και μένω εδώ.
Δια: Χα χα, Μήτσο; Καλά παρανοϊκό όνομα για παπαγάλο!
Παπ: Μπααα, μη το λες. Πιο παρανοϊκό είναι το Θεός για πάνθηρα!