Μπαίνει μια μέρα ένας κύριος μέσα σε ένα άδειο λεωφορείο. Κόβει εισιτήριο και κάθεται στο πίσω μέρος του λεωφορείου. Μετά από δύο στάσεις αρχίζει και μπαίνει πολύς κόσμος και ο εισπράκτορας του λέει:
- "Κύριε μπορείτε να πάτε πιο μπροστά σας παρακαλώ;"
Εκείνος πάει πιο μπροστά. Στην επόμενη στάση μπαίνει και άλλος κόσμος και του λέει πάλι ο εισπράκτορας με ύφος επιτακτικό:
-"Κύριε πηγαίνετε πιο μπροστά".
Εκείνος εκνευρίζεται αλλά κάνει μια υποχώρηση και πάει πιο μπροστά. Στο τέλος αφού έγινε αυτό και άλλες φορές και ο κύριος είχε φτάσει μπροστά στον οδηγό του λέει πάλι ο εισπράκτορας στην επόμενη στάση:
- "Κύριε πηγαίνετε πιο μπροστά"
Εκείνος του απαντάει φανερά εκνευρισμένος:
- "Αι στο διάολο ρε αλήτη εγώ πλήρωσα εισιτήριο και εσύ με πας με τα πόδια".
Δύο συμμαθητές συναντιούνται μετά από πολύ καιρό. Ο ένας πενθεί. Κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Tι έγινε ρε; Ποιος πέθανε;
- Η μάνα μου. Μια μέρα εκεί που καθόταν μέσα στο σπίτι ακούει φασαρία. Βγαίνει στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται, σκύβει, γλιστράει και πέφτει...
- Κι εκεί πέθανε;
-...Όχι έχει και συνέχεια. Από κάτω περνούσε ένα τσίρκο, έπεσε πάνω στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναπετάει πάνω, πάει να πιαστεί από την πόρτα φεύγει η πόρτα ξαναπέφτει κάτω...
- Κι εκεί πέθανε;
- Όχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού, σπάνε. Ξαναπέφτει κάτω...
Κι εκεί πέθανε;
- ΄Οχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κεραμίδια, κατεβάζει δυο σειρές κεραμίδια ξαναπέφτει κάτω, (μη με διακόψεις, δεν πέθανε εδώ), το τραμπολίνο την ξαναστέλνει πάνω κι εκεί βγαίνει ο πατέρας μου με την καραμπίνα και κουνώντας την σημαδεύει τη μάνα μου την πυροβολεί και φωνάζει:
- Μωρή θα μου το γκρεμίσεις το σπίτι!!