Κάποτε που λέτε κατέβαινε την Πανεπιστημίου ένας ανθρωπάκος ήσυχα, ήσυχα με το αυτοκίνητό του, αργά το βράδυ. Πάνω που μπήκε στην Ομόνοια, φρρρρρτ τον σταματάει ένας δερματόδετος αυστηρός αξιωματικός της τροχαίας.
- Αδεια και δίπλωμα κύριε, του λέει με φωνή που έσταζε εξουσία.
Όπως ο οδηγός έψαχνε το ντουλαπάκι να βρει τα χαρτιά του, κάνει μία έτσι το όργανο και βλέπει στο πίσω κάθισμα μια στοίβα μυτερά μαχαίρια που γυάλιζαν στο φως. Φανερά σοκαρισμένος από το θέαμα τον ρωτάει αγριεμένα:
- Τι τα θέλεις αυτά τα μαχαίρια νυχτιάτικα;
Και ανοίγοντάς την πόρτα του οδηγού, του ζητάει να βγει από το αυτοκίνητο παίρνοντας παράλληλα αμυντική στάση.
- Να σας εξηγήσω κύριε πόλισμαν, του απαντάει φοβισμένος ο άνθρωπος. Η δουλειά μου είναι ζογκλέρ και μόλις σχόλασα από το τσίρκο που δουλεύω και πάω σπίτι μου. Τα μαχαίρια είναι για το νούμερό μου.
- Ωραία μας τα λες ρε φίλε, κάγχασε δύσπιστα το όργανο, για δείξε μου πως το κάνεις και κοίτα να λες αλήθεια γιατί την έβαψες!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, παίρνει τρία - τέσσερα μαχαίρια και αρχίζει να τα πετάει στον αέρα με φανερή επιδεξιότητα.
Εκείνη τη στιγμή, περνάει με το καινούργιο του αμάξι ο Γιωρίκας και λέει στον φίλο του Κωστίκα που καθόταν δίπλα:
- Πω, πω.. πολύ δυσκόλεψε αυτό το αλκοτέστ..
Στις 3:00 η ώρα τα ξημερώματα χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι ενός ζαχαροπλάστη.
- Εμπρός; Ποιος είναι; ρωτάει νυσταγμένος ο ζαχαροπλάστης.
-Δε μου λέτε σας παρακαλώ, τι ώρα ανοίγετε το μαγαζί το πρωί;
- Στις οχτώ, απαντάει ο ζαχαροπλάστης. Θέλετε κάτι;
- Ναι, να μη με ξεχάσετε μιαμ..μιαμ..σλουρπ, απαντάει ο άγνωστος και κλείνει το τηλέφωνο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και να το τηλέφωνο ξαναχτυπάει.
- Ποιος είναι πάλι ρωτάει φανερά εκνευρισμένος ο ζαχαροπλάστης.
- Εγώ είμαι πάλι, απαντάει ο άγνωστος, μη με ξεχάσεις το πρωί..μιαμ..μιαμ..σλούρπ.
- Σου δίνω το λόγο μου ότι θα είσαι ο πρώτος που θα μπεις το πρωί στο μαγαζί, απαντάει καθησυχαστικά ο ζαχαροπλάστης μπας και ξεφορτωθεί το νυχτερινό μπελά.
- ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΠΩ...ΜΙΑΜ..ΜΙΑΜ...ΝΑ ΒΓΩ ΘΕΛΩ!!!