Ένας τύπος πείναγε, εκεί που έψαχνε για ένα φαγάδικο είδε ένα εστιατόριο που η ταμπέλα έλεγε: ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ και φρέσκα. Μπαίνει μέσα λοιπόν ο τύπος και λέει στο γκαρσόνι «Λέει αλήθεια η ταμπέλα;» «Βέβαια κύριε» απαντά ο σερβιτόρος.
«Τότε θέλω μια μερίδα αγριογούρουνο» παραγγέλνει ο πελάτης. Έπειτα από λίγα λεπτά άκουσε σπαρακτικές φωνές ζώων να έρχονται από το μεριά
της κουζίνας. Δέκα με δεκαπέντε λεπτά και ενώ οι κραυγές των ζώων συνεχίζονταν σε μεγαλύτερη ένταση. Και αφού η παραγγελιά δεν είχε έρθει, απαισιόδοξα πεινασμένα ρωτάει το γκαρσόνι όταν τόνε ρώτησε «τι γίνετε με το φαγητό μου, θα περιμένω πολύ ακόμη;» και το γκαρσόνι αποκρίνεται με ύφος; «μερικά λεπτά ακόμη να αγριέψουμε το γουρουνάκι»
Οι τέσσερις πιτσιρικάδες έχουν βαλθεί να κουφάνουν αλλήλους , λέγοντας τερατολογίες για τους θείους τους :
- Εμένα ρε ο θείος μου είναι τόσο αδύνατος , που τον σταυρό του τον κάνει μόνο με κατακόρυφες κινήσεις ! ....
- Ρε εμένα , ο δικός μου είναι τόσο αδύνατος , που φοράει πιτζάμες με μία ρίγα ! ...
- Ρε σεις ! - πετάγεται ο τρίτος πιτσιρικάς - ο δικός μου είναι κοντός ! ...Τόσο πολύ, που για να κόψει παπαρούνες βάζει σκάλα ! ...
Τότε πετάγεται και το τέταρτο πιτσιρίκι και με πειραγμένο ύφος λέει :
- Και τι να πω εγώ ρε για τον κοντοστούπη τον θείο μου , που όταν τον βάζει η θεία να σφουγγαρίσει το πάτωμα , επειδή δεν φθάνει βάζει σκάλα ;...