Τρεις τύποι δουλεύουν όλοι μαζί σε ένα εργοστάσιο. Κάθε μέρα, διαπιστώνουν ότι το αφεντικό τους φεύγει νωρίς από το εργοστάσιο, αφήνοντάς τους μόνους να συνεχίσουν την δουλειά.
Μια μέρα, αποφασίζουν να φύγουν κι αυτοί πιο νωρίς απο τη δουλειά, αν το αφεντικό τους παρατήσει τόσο νωρίς. Έτσι, κι έγινε...
Ο πρώτος πάει στο σπίτι του και πέφτει νωρίς νωρίς για ύπνο, έτσι ώστε να είναι ξεκούραστος το πρωί που θα ξυπνήσει.
Ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μαγείρεψε φαγητό για την γυναίκα και τα παιδιά του που θα γύριζαν αργότερα και έτσι θα τους έκανε και έκπληξη.
Ο τρίτος πηγαίνει σπίτι του και προχωράει προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει σιγά την πόρτα και βλέπει την γυναίκα
του στο κρεβάτι μαζί με το αφεντικό του. Κλείνει την πόρτα ακόμη πιό προσεκτικά και φεύγει.
Την επόμενη μέρα, οι άλλοι δύο σχεδιάζουν να ξαναφύγουν νωρίς αν το αφεντικό αποχωρήσει νωρίτερα. Ρωτάνε τον τρίτο τύπο, αν θα γίνει η δουλειά όπως την προηγούμενη, και εκείνος απαντά:
- ΟΧΙ, ΟΧΙ... Με τίποτα.
Απορημένοι εκείνοι, τον ρώτησαν:
- Γιατί όχι βρε σύ;
- Επειδή εχτές που έφυγα, παραλίγο να με πιάσει.....
Ο καμπούρης του χωριού περνά τα μεσάνυχτα έξω από το νεκροταφείο. Ξάφνου εμφανίζεται μπροστά του ο διάβολος, του δείχνει την καμπούρα του και τον ρωτά:
- "Τι είναι αυτό που έχεις στην πλάτη σου ρε;"
- "Καμπούρα."
- "Φέρτη εδώ."
Και με μια κίνηση του εξαφανίζει την καμπούρα και μετά χάνεται στο σκοτάδι της νύχτας.
Πάει την άλλη μέρα στο καφενείο ο πρώην καμπούρης και όλοι τον ρωτούσαν τι έγινε η καμπούρα του ;
Και το τους λέει αυτός τι είχε γίνει.
Τ` ακούει ο κουτσός σκέφτεται ότι είναι καλή λύση για να αποκτήσει το χαμένο πόδι του και σπεύδει τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο.
Εμφανίζεται μπροστά και σ` αυτόν ο εωσφόρος και τον ρωτά:
- "Καμπούρα έχεις ρε;"
- "Όχι, απαντά ο κουτσός που τα `χει χαμένα με την εμφάνισή του."
- "Πάρε μια."