Αφο;y έβρεξε, λέει ο άνδρας:
- Ρε γυναίκα, άσε με να πάω για σαλιγκάρια στη Πεντέλη και πολύ νωρίς θα γυρίσω.
Η γυναίκα του τον αγριοκοιτάζει και ορθα κοφτά του λέει:
- Το πολύ στις 10 π.μ. θα είσαι σπίτι.
Ο άντρας όλο χαρά φεύγει κατά τις 4π.μ. μαζεύει τα σαλιγκάρια και κατά τις 7π.μ. ετοιμαζεται να επιστρέψει σπίτι όταν συναντά εναν παλιό φίλο. Μη τα πολυλογώ ο φίλος τον παρασερνει σε ένα ξενοδοχείο με δύο αλλοδαπές. Εξαντλημένος ο σύζυγος από δράση αποκοιμάται και όταν ξυπναει το ρολόι δείχνει 6 μ.μ.
"Πώ πώ τώρα τι λέμε στη αγριογυναίκα;"
Φτάνει σπίτι παταει το κουμπί του ασανσερ και από τη βιασύνη, σκονταφτει στο σκαλοπατάκι του ασανσέρ, πέφτει και του σκορπίζουν τα σαλιγκάρια.
Ακούει τον θόρυβο η γυνή, βγαίνει στην πόρτα, τον κόβει άγρια με βλοσυρό βλέμμα και πριν προλάβει να μιλήσει ακούει τον άνδρα να απευθύνεται στα σαλιγκάρια στο πάτωμα:
- Αντε ρε μανάρια μου! Λίγο ακόμα και φτάσαμε!!!
Ένα αγοράκι μπουχτισμένο από τα "μη" και τα "όχι" της μαμάς του, ρωτά τον πατέρα του:
"Μπαμπά, πότε θα είμαι αρκετά μεγάλος για να κάνω ό,τι μου αρέσει;"
Και ο μπαμπάς θλιμμένος απαντά:
"Δεν ξέρω παιδί μου, αλλά κανένας άντρας δεν έχει ζήσει τόσο πολύ μέχρι σήμερα για να μας πει."