Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας νεαρός, που ήθελε να πάει βόλτα σένα χωριό.
Καθώς μπήκε μέσα στο χωριό, πατάει ένα νεογέννητο κοτοπουλάκι, και αμέσως άρχισε να αισθάνεται άσχημα.
Πάει λοιπόν ο νεαρός, και βρίσκει τον ιδιοκτήτη , που είχε το κοτοπουλάκι, και του λέει:
-Χίλια συγγνώμη, σας το ορκίζομαι δεν το ήθελα, να βλέπετε...ήταν τόσο μικρό που...καταλαβαίνετε...! Θέλω με κάποιο τρόπο να σας το αντικαταστήσω...
Κι απορημένος ο ιδιοκτήτης του απαντάει:
-Εντάξει άνθρωπέ μου, το κοτέτσι εκεί πίσω είναι, πήγαινε και κάνε ότι νομίζεις!!!
Χειμώνας . Ένας ανωγειανός ξημερώθηκε στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και χάνοντας όλες τις οικονομίες της οικογένειας . Με βαριά καρδιά αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι . Ξάπλωσε με χίλιες προφυλάξεις δίπλα στη γυναίκα του προσπαθώντας να μην την ξυπνήσει . Η ζεστασιά όμως του κρεβατιού του ανέβασε στα ύψη τη λίμπιντο . Aρχισε λοιπόν να ψαχουλεύει τη γυναίκα του στα απόκρυφα σημεία . Αυτή τότε ξυπνάει και τον ρωτάει .
Ήντα έκαμες μπρε τα λεφτά ;
Έχασά τα , απαντάει αυτός .
Και έτουδα* μωρέ κακομοίρη γυρεύεις να τα βρεις ;
* έτουδα = εκεί