Πρωί πρωί ο Σήφης έκανε εξωτερικά μερεμέτια στο σπίτι του, ανεβασμένος σε μια σκάλα. Παίρνοντας ο Μανούσος για την στάνη, τον βλέπει και του λέει για να τον πειράξει:
- "Μωρέ Σήφη, εμένα δε με κόφτει μωρέ, που θα πέσεις απ` τη σκάλα και θα σκοτωθείς. Μα θα σπάσει μωρέ η κεφαλή σου και θα γεμίσει ο τόπος άχερα."
Και ο ετοιμόλογος Σήφης από τη σκάλα:
- "Και `συ μωρέ Μανούσο, πρωί πρωί το φαΐ σκέφτεσαι..."
Καλεί ο βασιλιάς τον ξυλουργό, τον κρεοπώλη και τον παγωτατζή και τους λέει:
- Θα σας ρωτήσω κάτι, και όποιος μου πει αλήθεια θα ζήσει. Όποιος όμως μου πει ψέματα, θα τον σκοτώσω ανάλογα με την δουλειά του.
Ρωτάει πρώτα τον ξυλουργό.
Ο ξυλουργός λέει ψέματα.
Του κόβουν το κεφάλι με το πριόνι.
Ρωτά μετά τον κρεοπώλη.
Ο κρεοπώλης λέει ψέματα και τον σκοτώνονουν με έναν μπαλτά.
Ρωτά τον παγωτατζή.
Ο παγωτατζής λέει ψέματα και αρχίζει να γελάει.
- Γιατί γελάς, λέει ο βασιλιάς.
- Εγώ είμαι παγωτατζής! Τί θα κάνεις; Θα μου την γλύφεις μέχρι να λιώσει;