Ένας γνωστός δικηγόρος είχε τεράστιο εισόδημα
αλλά ποτέ δεν είχε κάνει ούτε μια δωρεά στον ερυθρό σταυρό... Οπότε τον επισκέφτηκε ένας υπεύθυνος μήπως και τον πείσει να δώσει κάτι.
-Είστε ένας μεγάλος δικηγόρος, και έχετε τόσα κέρδη, αλλά ποτέ, μα ποτέ δεν δώσατε κάτι για τους υποφέροντες.
-Ξέρετε η μητέρα μου είναι άρρωστη και βέβαια η σύνταξή της δεν φτάνει ούτε στο ένα εικοστό των εξόδων θεραπείας της. Ακόμη ο ξάδερφος μου είναι σε αναπηρικό καροτσάκι από τον πόλεμο στην Σερβία(!) και ακόμη τυφλός. Ενώ η αδερφή μου... η αδερφή μου έχει να θρέψει μόνη της 7 παιδιά από τότε που πέθανε ο άντρας της σε αυτοκινητιστικό...
-Ω, συγγνώμη καλέ μου άνθρωπε. Δεν ήξερα οτι υπήρχαν τόσες πολλές απαιτήσεις από τα οικονόμικά σου...
-Ακριβώς!Οπότε γιατί να δώσω λεφτά στον ερυθρό σταυρό; Εδώ δεν δίνω για την οικογένειά μου!
Ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα και κάλεσε τις δύο καλύτερές της φίλες, την Φωτεινή και την Δέσπω, στο σπίτι της για καφεδάκι.
Λίγο πριν έρθουν, για να μην ξεχάσει να τους σερβίρει καφέ, βάζει η Θάλεια το ξυπνητήρι να χτυπήσει.
Βάζει και δεύτερο ξυπνητήρι για να θυμηθεί και το νερό.
Βάζει και τρίτο για να τους φέρει και γλυκό του κουταλιού.
Έρχονται οι φίλες, χτυπάει το πρώτο ξυπνητήρι, τους φέρνει καφέ.
Χτυπάει το δεύτερο ξυπνητήρι, τους ξαναφέρνει καφέ.
Χτυπάει το τρίτο ξυπνητήρι, και αντί για γλυκό του κουταλιού, τους ξαναφέρνει καφέ.
Πέρασε η ώρα και είπαν οι φίλες να πηγαίνουν σιγά-σιγά.
Βγαίνουν στον δρόμο και λέει η Φωτεινή:
- Κοίτα την τσιγκούνα την Θάλεια! Ούτε έναν καφέ δεν είπε να μας σερβίρει!
Και λέει η Δέσπω:
- Καλέ τι λες!! Ζεί η Θαλεια;!