Χρήστος: (με νοσταλγία)
- Ήτανε φοβερή γυναίκα η κυρά Αντρούλλα. Στο χωριό, όλοι την αγαπούσανε, κυρίως οι άντρες (αλλιώς) δεν ξέρω γιατί. Αφού να φανταστείς κάθε μέρα τις στέλνανε λουλούδια και σοκολατάκια.
Kούλα: Α! και γιʼαυτό πέθανε ε; Απʼτο πάχος που έτρωγε κάθε μέρα σοκολατάκια.
Χρήστος: Όχι, όχι. Αφού έπαιρνε τόσα πολλά σοκολατάκια σκέφτηκε να ανοίξει μια σοκολατερί. Ξέρεις απʼαυτά τα καταστήματα που φτιάχνουν σοκολατάκια. Όταν πούλησε όλα αυτά που της στέλνανε, αποφάσισε να τα κάνει η ίδια. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία σοκολατάκια από οποιανδήποτε άλλη στο χωριό.
Kούλα: Α! κατάλαβα. Απʼτα δικά της σοκολατάκια πάχυνε και μετά πέθανε.
Χρήστος: Όχι, όχι. Η σοκολατερί λοιπόν πήγαινε τόσο καλά που αποφάσισε να ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία γλυκίσματα απʼοποιανδήποτε άλλη στο χωριό. Ε όπως καταλαβαίνεις δοκίμαζε πολλά απʼτα γλυκίσματα της και γιʼαυτό πάχυνε.
Kούλα: Και γιʼαυτό πέθανε ε;
Χρήστος: Όχι, όχι. Μια μέρα τη βαρέθηκε ο πατέρας μου και την σκότωσε. Ε μα μας έσπασε τα νεύρα η γριά τόσα χρόνια.
Δυο φίλοι, είναι ξαπλωμένοι κάτω από ένα δέντρο, σε μια παραλία το καλοκαίρι. Γύρω, κάνει αφόρητη ζέστη και ησυχία, ώσπου ακούγεται ξαφνικά από πάνω τους, μια δυνατή έκρηξη.
- "Τι έγινε ρε Μήτσο;", ρωτάει ο ένας.
- "Τίποτα ρε Μπάμπη, απλά έσκασε ο τζίτζικας."