Δύο κυνηγοί βρίσκονται στο δάσος, όταν ξαφνικά ο ένας σωριάζεται κάτω. Δεν φαίνεται να αναπνέει και τα μάτια του γυαλίζουν.
Ο άλλος καλεί το Πρώτων Βοηθειών από το κινητό του.
- Ο φίλος μου είναι νεκρός, λέει ταραγμένος στον τηλεφωνητή.
- Κρατήστε την ψυχραιμία σας, λέει με καθησυχαστική φωνή ο τηλεφωνητής. Θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Πρώτα, ας σιγουρευτούμε πως είναι νεκρός...
Ακολουθεί σιωπή, και μετά ακούγεται ένας πυροβολισμός.
Ο κυνηγός ξαναπιάνει το τηλέφωνο και λέει:
- Εντάξει! Και μετά;
Ο καμπούρης του χωριού περνά τα μεσάνυχτα έξω από το νεκροταφείο. Ξάφνου εμφανίζεται μπροστά του ο διάβολος, του δείχνει την καμπούρα του και τον ρωτά:
- Τι είναι αυτό που έχεις στην πλάτη σου, ρε;
- Καμπούρα.
- Φέρτη εδώ.
Και με μια κίνηση του εξαφανίζει την καμπούρα και μετά χάνεται στο σκοτάδι της νύχτας. Πάει την άλλη μέρα στο καφενείο ο πρώην καμπούρης και όλοι τον ρωτούσαν τι έγινε η καμπούρα του και το τους λέει αυτός τι είχε γίνει.
Τ` ακούει ο κουτσός σκέφτεται ότι είναι καλή λύση για να αποκτήσει το χαμένο πόδι του και σπεύδει τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο. Εμφανίζεται μπροστά και σ` αυτόν ο εωσφόρος και τον ρωτά:
- Καμπούρα έχεις ρε;
- Όχι, απαντά ο κουτσός που τα `χει χαμένα με την εμφάνισή του.
- Πάρε μια.