Κάποτε έπεσε ένα αεροπλάνο σ ένα νησί και μοναδικοί διασωθέντες ήταν ένας άντρας και η Cindy Crawford. Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν και ο άντρας δεν άντεχε άλλο. Της λέει λοιπόν:
-Cindy είσαι για πίτσι πίτσι;
Του λέει κι αυτή πως δέχεται.
Οι μέρες περνούσαν και κάποια στιγμή, της λέει:
-Cindy θα μου κάμεις μια χάρη;
-Τι;
-Θα φορέσεις τα ρούχα μου;
-Να τα φορέσω.
-Θα φορέσεις και το καπέλο μου;
-Να φορέσω και το καπέλο σου.
-Να σου ζωγραφίσω κι ένα μουστάκι;
-Μουστάκι; Aντε ζωγράφισε το.
-Να σε λέω και Γιώργη;
-Πες με και Γιώργη.
-Που λες κουμπάρε Γιώργη, ούτε που βάνει ο νους σου με ποια είμαι και κάνω διακοπές!
Η μικρή Λουκία παρακολουθούσε τη μαμά της, που καθάριζε πατάτες. Κάποια στιγμή ρωτάει η μικρή Λουκία:
- Γιατί, καλέ μαμά, μερικές τρίχες απ τα μαλλιά σου είναι άσπρες;
- Όταν είσαι άτακτη, λέει η μαμά, και με στενοχωρείς και με κάνεις να κλαίω, μια τρίχα απ τα μαλλιά μου αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρη.
- Α ναι; κάνει η μικρή Λουκία. Και της γιαγιάς τα μαλλιά γιατί είναι κάτασπρα