Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, φτάνει στον μπάρμαν και του λέει.
- Μπύρα έχεις;
- Έχω.
- Βάλε μου ένα μέτρο παρακαλώ, του λέει ο τύπος.
- Μέτρο δεν έχουμε, αλλά έχω ένα λίτρο αν σε βολεύει, του απαντά ο μπάρμαν.
- Α, όχι! Ευχαριστώ, λέει ο τύπος και φεύγει.
Πάει σε άλλο μπαρ.
Πάλι τα ίδια στον μπάρμαν.
- Μπύρα έχεις;
- Έχω.
- Βάλε μου ένα μέτρο παρακαλώ, του λέει ο τύπος.
- Μέτρο δεν έχουμε, αλλά έχω ένα λίτρο αν σε βολεύει, του απαντά ο μπάρμαν.
- Α, όχι! Ευχαριστώ, λέει ο τύπος και φεύγει.
Το έκανε αυτό σε όλα τα μπαρ του δρόμου.
Την επόμενη, όλοι οι μπάρμεν συζητούν το περιστατικό μεταξύ τους.
- Αφήστε τον σε μένα, λέει ο ένας. Θα τον φτιάξω εγώ καλά.
Να ο τύπος στο μπαρ το ίδιο βράδυ.
- Μπύρα έχεις;
- Έχω.
- Βάλε μου ένα μέτρο παρακαλώ, του λέει ο τύπος.
- Αμέσως, του απαντά ο μπάρμαν.
Πιάνει ένα σφυρί και ένα καλέμι, και ανοίγει μία ρωγμή, ένα μέτρο μήκος, πάνω στο μπάρ.
Πιάνει την μπύρα και την αδειάζει στην ρωγμή.
Το βλέπει ο τύπος και του λέει:
- Μπορείς να μου την τυλίξεις, να την πάρω μαζί μου;
Αληθινή ιστορία: Η μάνα του Σταμάτη είναι βαριά άρρωστη και ο θείος του ο μπάρμπα-Θανάσης αποφασίζει να κατέβει (για πρώτη φορά στη ζωή του) στην Αθήνα από το χωριό για να τον βρει και να τον φέρει πίσω για να προλάβει τη μάνα του ζωντανή. Ο μπάρμπα-Θανάσης όμως δεν ξέρει πού μένει ο Σταμάτης στην Αθήνα. Το μόνο που ξέρει είναι ότι έχει ένα μεγάλο φορτηγό και κάνει μεταφορές.
"Θανέβω, θα κατέβω το δρόμο" σκέφτεται "που θα με πάει κάπου θα ιδώ το φορτηγό. Aντε το πολύ να κάθεται στο καφενείο"
Κατεβαίνει πρωί-πρωί στη Λάρισα και αρχίζει να περπατάει, να περπατάει, να στρίβει δεξιά, να στρίβει αριστερά. Ζαλίστηκε από το θόρυβο, τα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά.
Κάποια στιγμή εκεί που πάει να περάσει απέναντι σε μια διασταύρωση ακούει μια σφυρίχτρα και το τροχονόμο να του φωνάζει:
"Πού πας, παππού, το ΣΤΑΜΑΤΗ δε τον βλέπεις;"
"Πούντος, παιδάκι μου, και τον ψάχνω απ τα χαράματα;"