Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
Μέσα σε δευτερόλεπτα οι θάμνοι εκεί άρχισαν να σείονται στο ρυθμό τους.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα αγάλματα επέστρεψαν μπροστά στον άγγελο.
"Εχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά", τους είπε ευγενικά.
Και τότε γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα και λέει:
"Ωραία, σειρά σου να κρατάς το περιστέρι ενώ εγώ θα χέζω πάνω του."
Ένας πολιτισμένος κύριος περπατώντας στην άγρια ζούγκλα έπεσε μπροστά σε μια άγρια φυλή ανθρωποφάγων...
- Οχ την έβαψα!!! λέει τρομαγμένος
- Μια φωνή από το υπερπέραν ακούγεται:
- Όχι δεν την έβαψες. Σημάδεψε με το όπλο σου αυτόν με τα πολλά φτερά τον αρχηγό και σκότωσέ τον.
Γρήγορα γρήγορα ο άνθρωπος σημαδεύει τον αρχηγό και τον σκοτώνει.
Ακούγεται πάλι η ίδια φωνή:
- Τώρα μάλιστα. Την έβαψες!!!