Ήταν ένα ανδρόγυνο που ήθελε να χωρίσει.
Και οι δυο όμως ήθελαν την κηδεμονία του μονάκριβου και λατρεμένου παιδιού τους.
Πρώτη η γυναίκα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια της δικαστίνας, και την ικέτεψε να δώσει το παιδί σ' αυτήν, αφού εκείνη ήταν που το έφερε στο κόσμο.
Αυτό φάνηκε λογικό στη δικαστίνα.
Αλλά ήθελε να ακούσει και την άποψη του άντρα.
Σηκώνεται λοιπόν ο άντρας, και μετά από λίγη σκέψη, λέει:
- Κυρία δικαστίνα, πείτε μου σας παρακαλώ, όταν ρίχνετε ένα νόμισμα στο μηχάνημα για να πάρετε μια pepsi, μόλις βγει η pepsi, ανήκει σ' εσάς ή στο μηχάνημα;
Ήταν δυο φοιτητέs έξω από το πανεπιστήμιο και συζητούσαν. Εκείνη την ώρα περνάει έναs γέροs κουτσαίνωνταs.
Λέει ο έναs στον άλλον:
- O κυριοs έχει κοίλη στην δεξιά μεριά...
O αλλοs διαφωνεί και λέει ότι έχει στην αριστερή μεριά. Με τα πολλά πήγαν και τον ρώτησαν:
- Είμαστε φοιτητέs ιατρικήs σαs βλέπουμε που περπατάτε έτσι και κάναμε διάγνωση ότι έχετε κοίλη.
Και απαντάει ο γέροs:
- Και εσείs λάθοs κάνατε παιδιά μου και εγώ λάθοs έκανα.
- Τι λάθοs κάνατε εσείs; απαντούν οι φοιτητέs
- Να λέει νόμιζα πωs ήθελα να κλάσω και χέστηκα.