Παει ο Χριστος στην Ιερουσαλημ προσπαθωντας να βρει τον πατερα του.Στο δρομο συνανταει καποιο γερο.
- Για που το εβαλες, λεβεντη μου;
- Ψαχνω τον πατερα μου,που τον εχω χασει.
- Κι εγω ψαχνω τον γιο μου, που τον εχω χασει.
- Εμενα ο πατερας μου ειναι φτωχος.
- Κι εγω παιδι μου, παμφτωχος ειμαι.
- Ξερεις, ο πατερας μου εμενα ειναι ξυλουργος.
- Κοιτα συμπτωση! Και γω ξυλουργος ειμαι!
- Υπαρχει και κατι αλλο, παραξενο με μενα. Δεν γεννηθηκα με... φυσιολογικη γεννα.
- Μα, κι εμενα το παιδι μου! Δε γεννηθηκε με φυσιολογικη γεννα!
Κοιταζονται για λιγα δευτερολεπτα και κλαιγοντας πεφτει ο ενας, στην αγκαλια του αλλου.
- Πατερα!
- Πινοκιο!
Γυρίζοντας απ τη δουλειά του, ο σύζυγος λέει στη γυναίκα του:
- Ανοιξα απότομα την πόρτα και μπήκα στο γραφείο του διευθυντή σαν σίφουνας. Χτύπησα τη γροθιά μου πάνω στο γραφείο του κι απαίτησα, ναι, απαίτησα αυταρχικά αύξηση μισθού!
- Ναι; Απορεί η γυναίκα του. Κι εκείνος τι σου είπε;
- Ποιος; Ο διευθυντής; Λείπει ταξίδι. Έκανα πρόβα τζενεράλε γι αυτά που θα του πω όταν γυρίσει.