Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα χρόνια, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
- Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!
Μετά απο είκοσι δύο χρόνια δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:
- Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει.
Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!
Το παιδάκι με τη μαμά του, μόλις μπαίνουν στο λεωφορείο, μετά από αναμονή κάποιων λεπτών, το παιδάκι αρχίζει να γκρινιάζει και και να φωνάζει επίμονα:
- "Το μπαλάκι μου, το μπαλάκι μου, ..., που είναι το μπαλάκι μου, 8έλω το μπαλάκι μου".
Αφού έγινε ανυπόφορος στους άλλους από τη γκρίνια, αποφάσισε τελικά ο οδηγός να σταματήσει το λεωφορείο για να αρχίσουν όλοι οι επιβάτες να ψάχνουν το μπαλάκι του μικρού.
Τελικά μετά απο αρκετό ψάξιμο έγινε κατανοητό στον μικρό, πως δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί.
Του λέει ο οδηγός λοιπόν, "μικρέ μου, ψάξαμε όλοι, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκαμε".
Και ο μικρός τότε βάζοντας το δάχτυλο του χεριού του στη μύτη του, λέει:
-"Μμμ..., καααλά, τότε θα φτιάξω άλλο ..."