Δυο μεθυσμένοι προχωρούν στο δρόμο.
Ξαφνικά βλέπουν έναν υπόνομο, τον ανοίγουν και μέσα στην τύφλα τους περνούν τα βρωμόνερα για κρασί κι αρχίζουν και πίνουν.
Mετά από κάμποση ώρα, πιο νηφάλιοι, κοιτάζουν τις βρωμιές και ανακουφισμένοι αναφωνούν:
- Mπλιαχ, βρωμόνερα... καλά που δεν πέσαμε μέσα!!!
Ο Κωστίκας συζητά με ένα φίλο του για την οικογενειακή του κατάσταση:
" Όταν πρωτοπαντρεύτηκα, ήταν όλα πανέμορφα. Όταν γύριζα σπίτι μετά από τη δουλειά μου, ο σκύλος μου γάβγιζε από χαρά και η γυναίκα μου, μου έφερνε τις παντόφλες μου. Τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα. Ο σκύλος φέρνει τις παντόφλες και η γυναίκα μου γαβγίζει!"