Ήτανε που λέτε δύο φίλοι Ιρλανδοί σε μία βάρκα και ψαρεύανε κάπου στον Ατλαντικό... Κάπου επειδή δεν τσίμπαγε, κάπου από το πολύ ποτό, τους παίρνει ο ύπνος...
Μετά από κανένα 10άωρο ξυπνάνε, και καταλαβαίνουν ότι τους έχει παρασύρει ένα δυνατό ρεύμα και έχουν χαθεί... Αρχίζουν να περιπλανιούνται με τα κουπιά μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες, τίποτα. Τους τελείωσαν τα φαγητά, το νερό, το κυριότερο η μπύρα..... Εκεί λοιπόν που κλαίγανε τη μοίρα τους, βλέπουν ένα λυχνάρι να επιπλέει. Το παίρνουν, το τρίβουν, και τσούφφφφ πετάγεται ένα τζίνι από μέσα...
- Λοιπόν, κοιτάξτε κύριοι-λέει το τζίνι-επειδή έχω βαρεθεί αυτές τις ιστορίες με τις 3 ευχές και τα ρέστα, θα σας εκπληρώσω μία ευχή. Κανονίστε να είναι καλή!
Πετάγεται ο ένας από τους δύο...
- Θέλουμε να έχουμε όση μπύρα θέλουμε για την υπόλοιπη ζωή μας!
Κάνει το τζίνι έτσι, και αμέσως όλος ο ωκεανός γίνεται μπύρα!
Πετάγεται ο άλλος, βαράει μία σφαλιάρα σε αυτόν που είπε την ευχή...
- Ρε ηλίθιε! Τώρα θα πρέπει να κατουράς μέσα στη βάρκα!
Βράδυ και ενα ζευγάρι κοιμάται οταν ακούνε κάποιον να φωνάζει:
- Βοήθεια ας με σπρώξει κάποιος κόλλησα!
Μετά από λίγο πάλι:
- Βοήθεια ας με σπρώξει κάποιος κόλλησα!
Ξανά:
- Βοήθεια ας με σπρώξει κάποιος κόλλησα!
Τελίκά ο άνδρας δεν αντέχει άλλο τις φωνές και πάει να βοηθήσει.
Ανοίγει την πόρτα και δεν βλέπει κανέναν.
- Σπρώξτε με, ακούγεται πάλι.
- Που είστε; ρωτάει ο άνδρας.
- Εδώ, στις κούνιες!