Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα. Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος, μπαίνει στο χασάπικο.
Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει. Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί. Αυτός του είπε να ξαναπάει.
Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο και ξανά λέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα.
Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα.
Έτσι όμως που τον κρέμασε, βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει:
- "Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες;"
Ένας μελισσοκόμος μάζευε μέλι.
Ξέχασε όμως να κουμπώση καλά το φερμουάρ του παντελονιού του και τον τσίμπησε μιά μέλισσα στο πουλί του.
Πηγαίνει στο σπίτι καί λέει στή γυναίκα του:
- Φέρε γρήγορα ξύδι να βάλω απάνω μήπως ξεπρηστεί, γιατί πονάω πολύ.
Παει η γυναίκα να φέρει ξύδι καί περνώντας σταματάει στο εικονοστάσι και λέει:
- Κάνε το θαύμα σου, διώξε του τον πόνο, καί κράτα το πρήξιμο...