Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα. Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος, μπαίνει στο χασάπικο.
Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει. Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί. Αυτός του είπε να ξαναπάει.
Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο και ξανά λέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα.
Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα.
Έτσι όμως που τον κρέμασε, βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει:
- "Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες;"
Πεθαίνει κάποιος και πάει στον παράδεισο, χτυπαει την πόρτα, του ανοίγει ο Αγ.Πέτρος και του λέει να περάσει.
Μπαίνει μέσα και βλέπει άλλα δύο άτομα. Ο ένας διάβαζε και ο άλλος κοιμότανε.
"Ας ξεκουραστώ και εγώ", σκέφτεται και ξαπλώνει στον καναπέ για έναν υπνάκο.
Ξαφνικά ακούει από κάτω μουσική, γλέντια, γέλια...
Κοιτάει λοιπόν κάτω στην Κόλαση και βλέπει να χορεύουν και να γλεντάνε.
Πάει στον Αγ.Πέτρο και του λέει:
- Αγιε Πέτρο μου, να σου πω... Γιατί αυτοί εκεί κάτω χορεύουνε και τραγουδάνε και εμείς εδώ τίποτε;
- Και τι θες τώρα, του λέει ο Αγιος Πέτρος. Για τρία άτομα να βάλω ορχήστρα;