Ένας νοικοκύρης με πολλά ελαιόδενδρα, υποσχέθηκε στους ελαιοτριφτάδες πως εκτός από την συνηθισμένη πληρωμή τους σε είδος, δηλαδή σε λάδι, που θα έπαιρναν από τον ιδιοκτήτη του ελαιοτριβείου, θα τους κάνει και τραπέζι "μπακαλιάρο με πατάτες", που θεωρούσαν παλιά σαν εξαιρετικό φαγητό.
Φαίνεται όπως πως μαγείρεψε τις πατάτες με το νερό που ξαλμύρισε τον μπακαλιάρο και κράτησε το περισσότερο μέρος του μπακαλιάρου για πάρτη του
Κάποιος από τους εργάτες του λέει τότε:
- Αφεντικό, είπες πως θα μας κάνεις τραπέζι μπακαλιάρο με πατάτες. Την μυρωδιά μπακαλιάρου την ακούω, μα μπακαλιάρο δε βλέπω.
Λέει η μαμά στον Τοτό:
- Τοτό, πήγαινε στο κρεοπωλείο και αγόρασέ μου ένα κοτόπουλο.
- Μα μαμά, φοβάμαι να περάσω απέναντι.
- Καλά, λέει η μαμά. Περίμενε να περάσουν όλα τα αυτοκίνητα και μετά πέρνα τον δρόμο απέναντι.
Ξεκινάει ο Τοτός, φτάνει στον δρόμο, κάθεται μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες και κλαίει.
Περνάει ένας παππούς και λέει στον Τοτό.
- Γιατί κλαις, παιδάκι μου;
- Να, μου είπε η μαμά μου να πάω στο κρεοπωλείο να αγοράσω κοτόπουλο, και είπε να περιμένω να περάσουν τα αυτοκίνητα, και από τότε δεν έχει περάσει κανένα...