Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Ο Θεός σε βλέπει!

Ένας διαρρήκτης μπουκάρει τις μικρές ώρες σε μια βίλα κάπου στην Εκάλη. Μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα δειλά βήματα στα σκοτεινά, ακούει μια φωνή να λέει "Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ!" και μένει κάγκελο.
Μουδιασμένος και ακουμπώντας σε ένα τοίχο, μένει ακίνητος κρατώντας ακόμα και την αναπνοή του για 2 λεπτά, αλλά δεν ακούει κανένα θόρυβο. Δειλά, δειλά κάνει ένα μικρό βηματάκι.
-Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΩΡΑ! ακούει πάλι τη φωνή, αυτή τη φορά πιο δυνατά και αυστηρά από πριν.
Χεσμένος από το φόβο του, ανάβει το φακό του και αρχίζει να ψάχνει από που έρχεται αυτή η φωνή. Δεν αργεί να εντοπίσει ένα μεγάλο παπαγάλο σε ένα κλουβί που κρεμόταν στο τοίχο και γυάλιζε το μάτι του στο δυνατό φως του φακού.
Διαρρήκτης: Εσύ μίλησες;
Παπαγάλος: Ναι εγώ και είπα ότι ο Θεός σε βλέπει τώρα που μπήκες να κλέψεις.
Δια: Α να χαθείς βλάκα και με κοψοχόλιασες! Μιλάς όμως πολύ καλά και καθαρά.
Παπ: Φυσικά και μιλάω καλά. Τι στο καλό είμαι και 50 χρονών!
Δια: Εντυπωσιακό. Το είχα καταλάβει ότι κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ μέσα. Και δεν μου λες, πώς σε λένε;
Παπ: Μήτσο με λένε και μένω εδώ.
Δια: Χα χα, Μήτσο; Καλά παρανοϊκό όνομα για παπαγάλο!
Παπ: Μπααα, μη το λες. Πιο παρανοϊκό είναι το Θεός για πάνθηρα!




Τυχαίο ανέκδοτο

Αργός Θάνατος.

Συναντούνται δυο φίλοι μετά από καιρό.
- Τι κάνεις ρε Γιώργο; Πώς περνάς;
- Αστα ρε φίλε, πέθανε ο πατέρας μου.
- Ο πατέρας σου; Ένας τόσο υγιής άνθρωπος; Πώς; Δε μπορώ να το πιστέψω. Για πες μου τι έγινε;
- Να μωρέ, είχε χαλάσει η λάμπα της κουζίνας και ανέβηκε στην καρέκλα να την αλλάξει... Ξαφνικά όμως ήρθε το ρεύμα...
- Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον τίναξε το ρεύμα.
- Ναι, και έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στην γώνια του τραπεζιού.
- Α, καλά,άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Έμεινε στον τόπο.
- Οχι! Έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, πήγε και έχωσε το κεφάλι του μέσα στην τηλεόραση.
- Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον έκαψε ζωντανό η τηλεόραση!
- Οχι! Έτσι όπως πολύ ήταν ζαλισμένος πήγε και έπεσε μέσα στα τζάμια του μπαλκονιού.
- Α, καλά, άσε, μη μου πεις! Τον πετσόκοψαν τα τζάμια.
- Οχι!
- Ε, καλά τότε πως πέθανε;
- Τον πυροβόλησε η μάνα μου για να μη διαλύσει το σπίτι.