Ένας διαρρήκτης μπουκάρει τις μικρές ώρες σε μια βίλα κάπου στην Εκάλη. Μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα δειλά βήματα στα σκοτεινά, ακούει μια φωνή να λέει "Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ!" και μένει κάγκελο.
Μουδιασμένος και ακουμπώντας σε ένα τοίχο, μένει ακίνητος κρατώντας ακόμα και την αναπνοή του για 2 λεπτά, αλλά δεν ακούει κανένα θόρυβο. Δειλά, δειλά κάνει ένα μικρό βηματάκι.
-Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΩΡΑ! ακούει πάλι τη φωνή, αυτή τη φορά πιο δυνατά και αυστηρά από πριν.
Χεσμένος από το φόβο του, ανάβει το φακό του και αρχίζει να ψάχνει από που έρχεται αυτή η φωνή. Δεν αργεί να εντοπίσει ένα μεγάλο παπαγάλο σε ένα κλουβί που κρεμόταν στο τοίχο και γυάλιζε το μάτι του στο δυνατό φως του φακού.
Διαρρήκτης: Εσύ μίλησες;
Παπαγάλος: Ναι εγώ και είπα ότι ο Θεός σε βλέπει τώρα που μπήκες να κλέψεις.
Δια: Α να χαθείς βλάκα και με κοψοχόλιασες! Μιλάς όμως πολύ καλά και καθαρά.
Παπ: Φυσικά και μιλάω καλά. Τι στο καλό είμαι και 50 χρονών!
Δια: Εντυπωσιακό. Το είχα καταλάβει ότι κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ μέσα. Και δεν μου λες, πώς σε λένε;
Παπ: Μήτσο με λένε και μένω εδώ.
Δια: Χα χα, Μήτσο; Καλά παρανοϊκό όνομα για παπαγάλο!
Παπ: Μπααα, μη το λες. Πιο παρανοϊκό είναι το Θεός για πάνθηρα!
Ένας πολύ ηλικιωμένος ήταν ξαπλωμένος και αργοπέθαινε στο κρεββάτι.
Ξαφνικά μύρισε το άρωμα του αγαπημένου του μπισκότου σοκολάτας να έρχεται από την σκάλα και την κουζίνα.
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και ανασηκώθηκε από το κρεββάτι. Ακουμπώντας στον τοίχο, σιγά-σιγά βγήκε από το δωμάτιο και με μεγάλη προσπάθεια κατέβηκε τις σκάλες πιάνοντας και με τα δύο χέρια τα κάγκελα.
Λαχανιασμένος μπήκε στην κουζίνα.
Εκεί ήταν απλωμένες εφημερίδες στο τραπέζι και επάνω ήταν ταψιά με εκατοντάδες μπισκότα.
Ήταν στο παράδεισο; Ή ήταν μια τελευταία πράξη της αγάπης της αφοσιωμένης συζύγου του; Για να φύγει σαν ευτυχισμένος άνθρωπος; Με μια τελευταία προσπάθεια πήγε στο τραπέζι.
Με το γερασμένο χέρι του έπιασε ένα μπισκότο στην άκρη του τραπεζιού.
Όταν ξαφνικά τον χτύπησε με μια σπάτουλα η σύζυγός του.
- Αστα αυτά, είπε. Είναι για την κηδεία...