Ο Ροϊ Μακ- Ντόναλντ μπαίνει σε ένα μαγαζί και παραγγέλνει μια μερίδα χάγκις, το παραδοσιακό σκοτσέζικο φαγητό.
Ο υπάλληλος του μαγαζιού μένει να τον κοιτάζει απορημένος.
- Συμβαίνει τίποτε; ρωτάει ο Μακ-Ντόναλντ ενοχλημένος, και, πριν ο άλλος προλάβει να μιλήσει, συνεχίζει με φωνή που τρέμει από οργή:
- Ξέρω τι σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι: - Αυτός για να παραγγείλει χάγκις, θα είναι Σκοτσέζος, και για να είναι Σκοτσέζος, θα είναι και τσιγκούνης εε;
- Όχι κύριε...
- Αν έμπαινε κάποιος και σου παράγγελνε κορν μπιφ, θα σκεφτόσουν: - Αυτός θα είναι Ιρλανδός, και για να είναι Ιρλανδός, θα πρέπει να είναι και μπεκρής....
- Μα όχι κύριε...
- Και αν έμπαινε κάποιος και σου ζητούσε σουβλάκι με πίτα, θα σκεφτόσουν: - Α, για να ζητάει σουβλάκι, Έλληνας θα είναι, και για να είναι Έλληνας, θα είναι και απατεώνας!...
- Μα τι λέτε τώρα κύριε...
- Ε, τότε πιο είναι το πρόβλημα νεαρέ μου; Γιατί με κοιτάς τόση ώρα έτσι;
- Γιατί εδώ είναι χρωματοπωλείο κύριε.
Η μητέρα της Σοφίας λέει:
- "θα πάμε αύριο εκκλησία γιατί έχει ένα μήνα να πάμε."
- "Μαμά θα έρθω και εγώ."
- "Φυσικά."
Την επόμενη μέρα ξεκινάνε να πάνε εκκλησία. Σε μια στιγμή ο ιερέας λέει:
- "Σοφία στάθου ολόρθη."
Μετά την εκκλησία, λέει η Σοφία:
- "Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η εκκλησία."
- "Γιατί κόρη μου;" ρωτάει η μητέρα της.
- "Επειδή ο ιερέας μου είπε να σταθώ και δεν μου είπε να καθίσω."