Ήταν ένας παππάς σ ένα χωριό που είχε ως μεταφορικό μέσο ένα ποδήλατο. Κυκλοφορούσε συνεχώς μαυτό. Μια μέρα είναι πεζός ο πάτερ! Τον βλέπει ένας πιτσιρικάς και τον ρωτάει απορημένος.
-Πως και πεζός πάτερ; Που είναι το ποδήλατο;
-Ξέρω γω; Μου το κλέψανε, το έχασα, δεν ξέρω.
-Θα σε βοηθήσω να το βρεις πάτερ λέει ο μικρός, που ήθελε να τα έχει καλά με την εξουσία.
-Την Κυριακή που θα έχει μαζευτεί όλο το χωριό στην εκκλησία, θα διαβάσεις τις 10 εντολές.
Φτάνοντας στην "ου κλέψεις" θα κοιτάξεις κάτω στο πλήθος και αν δεις κάποιον να έχει ύφος
"κάπως" ή το κεφάλι σκυμμένο, έχεις βρει τον κλέφτη...!
Δευτέρα πρωί και ο παππάς ξανά με το ποδήλατο! Τον βλέπει ο μικρός και όλο χαρά του λέει...
"Είδες πάτερ; Σε βοήθησα να το βρεις".
-Εν μέρη... απαντάει ο άγιος.
-Εν μέρη; Ρωτάει απορημένος ο μικρός. Δηλαδή;
-Να όταν διάβαζα την "ου μοιχεύσεις" θυμήθηκα που το είχα αφήσει..
Ένας τύπος τύφλα στο μεθύσι μπαίνει σε ένα μπαρ, κάθεται και παραγγέλνειένα ποτό.
Ο μπάρμαν τον κοιτάει καλά καλά και του λέει ότι δεν θα τον
σερβίρει γιατί είναι μεθυσμένος.
Ο τύπος φανερά εκνευρισμένος φεύγει τρικλίζοντας. Μετά από λίγο, ο ίδιος
μεθυσμένος μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα του μπαρ. Πηγαίνει στη μπάρα,
κάθεται και παραγγέλνει ένα ποτό.
Ο μπάρμαν του ξαναλέγει πως δεν μπορεί να τον σερβίρει οπότε ο τύπος
ξαναφεύγει κάνοντας οχταράκια.
Μετά, ξαναμπαίνει ο τύπος από την πίσω πόρτα του μπαρ. Κάθεται στο
σκαμπό του μπαρ και παραγγέλνει πάλι ένα ποτό.
Ο μπάρμαν τον βλέπει και του ξαναλέγει πως δεν μπορεί να τον
εξυπηρετήσει γιατί είναι μεθυσμένος και καλά θα κάνει να φύγει εκτός αν
θέλει να φωνάξουν την αστυνομία.
O μεθυσμένος έχει μείνει έκπληκτος και με το πιο παραξενεμένο ύφος
ρωτάει τον μπάρμαν:
- Καλά ρε φιλαράκο, σε πόσα μπαρ δουλεύεις εσύ;