Ήταν μια φορά ενας χωριάτης που κατέβηκε στην Αθήνα με το γάιδαρο του. Όμως δεν ήξερε που να τον αφήσει για να κάνει δουλειές στην πόλη. Έτσι τον έδεσε κάπου κι έφύγε, όμως τον έλυσε ένας περαστικός έτσι όταν γύρισε δεν τον βρήκε.
Το βράδυ, μην μπορώντας να φύγει χωρις να βρει τον γάιδαρο, ο χωριάτης πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο.
Όμως ο ξενοδόχος έκανε λάθος και του έδωσε ένα δωμάτιο στο οποίο έμενε ένα ζευγάρι που έλειπε εκείνη τη στιγμή. Έτσι ο χωριάτης μπήκε στο δωμάτιο και ενώ ξεκουραζόταν άκουσε κάποιον να μπαίνει.
Από το φόβο του ο χωριάτης κρύφτηκε κάτω απο το κρεβάτι και άκουσε τη συνομιλία του ζευγριού.
Ο άντρας είπε στη γυναίκα:
- Μωρό μου, στα μάτια σου βλέπω όλο τον κόσμο.
Και απαντάει ο χωριάτης:
- Μήπως βλέπεις και το γάιδαρο μου;;;!!!!!!!!!
Δυο τύποι ψαρεύουν στην προκυμαία. Ο ένας δεν πιάνει τίποτα.
Ο άλλος κάθε λίγο και λιγάκι πιάνει κι από ένα ψάρι σχεδόν 1 μέτρο, το βγάζει από το αγκίστρι και το ξαναρίχνει στη θάλασσα.
Μετά από ώρες λέει ο πρώτος:
- Ρε φίλε σε βλέπω τόση ώρα να πιάνεις τόσο μεγάλα ψάρια, αλλά γιατί τα ξαναπετάς στη θάλασσα;
- Εγώ φίλε μου είμαι πολύ πλούσιος, πάω στις ταβέρνες και τρώω τα καλύτερα ψάρια, αλλά ψαρεύω γιατί μου αρέσει η διαδικασία. Να σηκώνομαι πρωί, να παίρνω τα σύνεργα, να βάζω τα αγκίστρια στην πετονιά, να δολώνω τα αγκίστρια, να περιμένω μέχρι να τσιμπήσει το ψάρι, αυτή είναι απόλαυση για μένα.
- Και δε μου τα δίνεις εμένα τα ψάρια, που είμαι πολύ φτωχός και έχω και 7 παιδιά να θρέψω;
- Καλά και αφού είσαι φτωχός, γιατί έκανες τόσα παιδιά;
- Δεν το 'θελα ρε φίλε, αλλά μου άρεσε η διαδικασία!