Ενώ ανεβαίνει ένα βουνό, ένας ορειβάτης χάνει το κράτημα του και γλιστράει σε έναν απότομο βράχο. Ευτυχώς καταφέρνει να σταματήσει ακριβώς στην άκρη ενός γκρεμού. Αδυνατώντας να ανεβεί με τις δικές του δυνάμεις, αρχίζει να φωνάζει.
- Βοήθεια! Είναι κανείς εκεί;
Απο ψηλά μια δυνατή φωνή απαντά:
- Είμαι εγώ.
- Μα δε σε βλέπω... Ποιός είσαι; ρωτάει ο ορειβάτης.
- Είμαι ο Θεός. Έχε πίστη και κάνε ό,τι σου λέω, άρχισε να πέφτεις στον γκρεμό και θα στείλω δυο αγγέλους να σε πιάσουν στον αέρα.
Ο ορειβάτης μένει άφωνος για λίγο και μετά απο λίγο φωνάζει:
- Υπάρχει κανένας άλλος;
Ήταν ένα ανδρόγυνο που ήθελε να χωρίσει.
Και οι δυο όμως ήθελαν την κηδεμονία του μονάκριβου και λατρεμένου παιδιού τους.
Πρώτη η γυναίκα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια της δικαστίνας, και την ικέτεψε να δώσει το παιδί σ' αυτήν, αφού εκείνη ήταν που το έφερε στο κόσμο.
Αυτό φάνηκε λογικό στη δικαστίνα.
Αλλά ήθελε να ακούσει και την άποψη του άντρα.
Σηκώνεται λοιπόν ο άντρας, και μετά από λίγη σκέψη, λέει:
- Κυρία δικαστίνα, πείτε μου σας παρακαλώ, όταν ρίχνετε ένα νόμισμα στο μηχάνημα για να πάρετε μια pepsi, μόλις βγει η pepsi, ανήκει σ' εσάς ή στο μηχάνημα;