5 η ώρα το ξημέρωμα, κάπου στην όμορφη ελληνική επαρχεία, ένας τύπος βγαίνει, ζάντα απ το μεθύσι, από ένα μπαρ και πέφτει μούρη με μούρη με μια καλόγρια που τυχαία περνούσε απ έξω.
Μια-δυο, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, την αρχίζει τη δύστυχη στα μπουνίδια και τις κουτουλιές. Μετά από λίγη ώρα αυτή πέφτει κάτω και ο μεθυσμένος, με ύφος ανυπόκριτης χαράς, βάζει το πόδι του πάνω της και λέει:
-Μ΄ απογοήτευσες Μπάτμαν...
Ένας τύπος με μηχανή, πάει να περάσει τα Μεξικανικά σύνορα με δύο σάκους να ισορροπούν στους ώμους του.
Φρουρός : "Τι έχεις στους σάκους;"
Τύπος : "Αμμο!"
Ο φρουρός τον κατεβάζει από τη μηχανή, ψάχνει τους σάκους... γεμάτοι άμμο. Ο τύπος τα μαζεύει, ανεβαίνει στη μηχανή και φεύγει. Μετά από δύο εβδομάδες, πάλι τα ίδια...
Φρουρός : "Τι έχεις εκεί;"
Τύπος : "Αμμο!"
Φρουρός : "Κατέβα, να σε ψάξουμε".
Τα ίδια... Πάλι δεν βρίσκουνε τίποτα παρά άμμο και ο τύπος ανέβαίνει στη μηχανή και φεύγει.
Κάθε δύο εβδομάδες, επί έξι μήνες, οι έρευνες συνεχίστηκαν. Τελικά, μια βδομάδα ο τύπος δε φάνηκε.
Μετά από καιρό ο φρουρός είχε πάρει σύνταξη και πετυχαίνει τον τύπο στο κέντρο της πόλης και του λέει:
- Κολλητέ, με εκείνη την ιστορία μας είχες τρελάνει. Ξέραμε ότι κάτι πέρναγες λαθραία πάνω - κάτω. Δε θα πω τίποτα σε κανέναν... Αλά πες μου, τί λαθραία περνούσες από τα σύνορα;
Κι ο τύπος απαντά:
- Μοτοσικλέτες.