Στο τραπέζι ο μικρός Νίκος θέλει να μιλήσει.
- Πάψε, του λέει ο πατέρας του. Τα παιδιά δεν μιλούν πριν τελειώσουν το φαγητό τους.
Αφού έφαγε ο Νικολάκης, ο πατέρας του τον ρώτησε τι ήθελε να πει.
- Όταν πήγα στην αποθήκη και έβαλα στις μπουκάλες κρασί από το βαρέλι, ξέχασα να κλείσω την κάνουλα!
Πάει ο Χριστός στην Ιερουσαλήμ προσπαθώντας να βρει τον πατέρα του.
Στο δρόμο συναντά κάποιον γέρο:
-Πού πας παλικάρι μου;
-Ψάχνω τον πατέρα μου που τον έχω χάσει.
-Τι σύμπτωση και εγώ ψάχνω για το γιο μου, που τον έχω χάσει.
-Εμένα ο πατέρας μου είναι φτωχός.
-Και εγώ παιδί μου, πάμφτωχος είμαι.
-Ξέρεις ο πατέρας μου εμένα είναι ξυλουργός.
-Aκου να δεις! Και εγώ ξυλουργός είμαι.
-Όμως με εμένα υπάρχει ακόμα ένα παράξενο:Δε γεννήθηκα με φυσιολογικό τρόπο.
-Μα ούτε και το παιδί μου γεννήθηκε με φυσιολογικό τρόπο.
Κοιτάζονται για λίγα δευτερόλεπτα και κλαίγοντας πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου:
-Πατέρα μου!
-Πινόκιο μου!