Ο μικρός Λάκης πηγαίνει στο σαλόνι όπου κάθονται οι γονείς του με τους φίλους τους και λέει δυνατά στη μαμά του:
- Μαμά θέλω να κατουρήσω!
Όταν βγαίνουν από το δωμάτιο, η μαμά τον μαλώνει και του λέει να είναι πιο ευγενικός. Έτσι του προτείνει όταν θέλει να πηγαίνει τουαλέτα να λέει:
- Μαμά θέλω να σου ψιθυρίσω κάτι.
Τη νύχτα ο Λάκης θέλησε να πάει στην τουαλέτα. Πάει λοιπόν στη μαμά του που κοιμάται και της λέει:
- Μαμά θέλω να σου ψιθυρίσω κάτι.
Και η μαμά του μέσα στον ύπνο της του απαντάει:
- Δεν μπορώ τώρα κοιμάμαι ψιθύρισε στο αυτί του μπαμπά σου!
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι. - "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι. - "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης. - "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή. - "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή. - "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης. - "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι. - "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.