Ένας τύπος τύφλα στο μεθύσι μπαίνει σε ένα μπαρ, κάθεται και παραγγέλνειένα ποτό.
Ο μπάρμαν τον κοιτάει καλά καλά και του λέει ότι δεν θα τον
σερβίρει γιατί είναι μεθυσμένος.
Ο τύπος φανερά εκνευρισμένος φεύγει τρικλίζοντας. Μετά από λίγο, ο ίδιος
μεθυσμένος μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα του μπαρ. Πηγαίνει στη μπάρα,
κάθεται και παραγγέλνει ένα ποτό.
Ο μπάρμαν του ξαναλέγει πως δεν μπορεί να τον σερβίρει οπότε ο τύπος
ξαναφεύγει κάνοντας οχταράκια.
Μετά, ξαναμπαίνει ο τύπος από την πίσω πόρτα του μπαρ. Κάθεται στο
σκαμπό του μπαρ και παραγγέλνει πάλι ένα ποτό.
Ο μπάρμαν τον βλέπει και του ξαναλέγει πως δεν μπορεί να τον
εξυπηρετήσει γιατί είναι μεθυσμένος και καλά θα κάνει να φύγει εκτός αν
θέλει να φωνάξουν την αστυνομία.
O μεθυσμένος έχει μείνει έκπληκτος και με το πιο παραξενεμένο ύφος
ρωτάει τον μπάρμαν:
- Καλά ρε φιλαράκο, σε πόσα μπαρ δουλεύεις εσύ;
Είναι αργά την νύχτα.
Ένα ζευγάρι κοιμάται στο υπνοδωμάτιό του, όταν ξαφνικά ακούν φασαρία από το σαλόνι, και ξυπνούν τρομαγμένοι.
Προσπαθούν να κάνουν ησυχία για να μην ακουστούν, αλλά ο κλέφτης με το πιστόλι στο χέρι έρχεται στο υπνοδωμάτιο για να βρει τίποτε πολύτιμο.
Ρωτάει την γυναίκα:
- Πώς σε λένε εσένα;
- Κλεονίκη.
- Αντε! Έχεις το όνομα της μάνας μου, δεν σε σκοτώνω. Εσένα πώς σε λένε; ρωτάει τον άνδρα.
- Παναγιώτη, αλλά να, με φωνάζουν Κλεονίκη...