Μια φορά ήταν ένας λεπρός κι ένας μεθύστακας στο ίδιο κελί στην φυλακή. Ο λεπρός συνέχεια ξυνόταν και μια του έφευγε το ένα αυτί, την άλλη το ένα πόδι, την άλλη το ένα χέρι κλπ.
Ο άλλος λοιπόν, κάποια στιγμή, τύφλα στο μεθύσι του λέει:
- Τι έγινε ρε φίλε; Την κοπανάμε σιγά σιγά από τη φυλακή;
Ήτανε ένας ζητιάνος έξω από μία πολυκατοικία, και κανείς δεν του έδινε λεφτά.
Μόνο ένας κύριος, κάθε φορά που τον έβλεπε του έδινε 2 ευρώ.
Μετά από έναν χρόνο όμως, ο κύριος το μείωσε και του έδινε 1,5 ευρώ.
Μετά από κάνα εξάμηνο μειώθηκε στο 1 ευρώ, και...
μετά πάλι μειώθηκε, ώσπου τελικά δεν του έδινε τίποτε.
Τον πιάνει λοιπόν μία μέρα ο ζητιάνος και τον ρωτάει:
- Γιατί δεν μου δίνεις πια καθόλου λεφτά;
- Κοίτα, λέει ο κύριος, στην αρχή παντρεύτηκα και στριμώχτηκα λίγο. Ύστερα ήρθε και το πρώτο παιδί και ξόδεψα πολλά λεφτά... Ε, μετά έκανα και το δεύτερο, και...
- Καλά ρε μ..., τον διακόπτει ο ζητιάνος, με τα δικά μου τα λεφτά θα κάνεις εσύ παιδιά;