Ήταν ένας Ιταλός, ένας Αγγλος και ένας Κυπραίος σε ένα αεροπλάνο. Το αεροπλάνο έπεφτε, και η μόνη λύση ήταν να ρίξουν καθένας από κάτι μήπως και σωζόντουσαν.
Πάει ο Ιταλός ρίχνει ένα πιστόλι.
Μετά πάει ο Αγγλος ρίχνει ένα μαχαίρι.
Στο τέλος πάει ο Κυπραίος και ρίχνει μια βόμβα.
Επιζούν και οι τρεις, πάει ο Ιταλός σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα πιστόλι από τον ουρανό, και ήταν γεμάτο, και εκπυρσοκρότησε και σκότωσε τον παππού σου.
Πάει ο Αγγλος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και μαχαίρωσε τον παππού σου.
Πάει και ο Κυπραίος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να γελάει:
- Γιαγιά γιατί γελάς;
- Να, έκλασε ο παππούς σου, και γκρεμίστηκε η παράγκα!
Λέει ο Γιώργος στον φίλο του τον Πέτρο:
- Ρε συ, να δεις πόσο γινάτι(πείσμα) έχω. Προχθές με πονούσε αυτό το μπροστινό δόντι, με πέθανε στον πόνο σου λέω και πάω στον γιατρό και του λέω να μου τα βγάλει όλα τα δόντια αλλά έτσι για γενάτι να μου αφήσει αυτο που πονάει. Και έτσι τα'βγαλε όλα και άφησε αυτό που πονάει. Έτσι για γινάτι.
- Σιγά το γινάτι, λέει ο Πέτρος. Έγω να δεις τι γινάτι έχω. Πριν από 20 χρόνια στην βραδιά του γάμου μου η γυναίκα μου το έπαιζε δύσκολη και δεν μου καθόταν. Και εγώ μετα δεν έκανα τίποτε μαζί της, έτσι για να μάθει. Είκοσι ολόκληρα χρόνια πέρασαν και ακόμη τίποτα.
Ο πρώτος φίλος ο Γιώργος έμεινε για λίγο σκεπτικός και στη συνέχεια ρωτάει:
- Και δε μου λες, ρε συ... Εσύ δεν έχεις τρια παιδιά; Αυτά δηλαδή πώς γίνανε;
- Πού θες να ξέρω;! Από γινάτι δε τη ρωτάω.