Είναι ένας Κερκυραίος , ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης , που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι .
Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι .
- " Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω " , λέει το τζίνι .
- " Ψαράς είμ εγώ , ψαράς είν ο πατέρας μου , ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός . Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια . ", λέει ο Λευκαδίτης .
- " Έγινε ! ", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή .
- " Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα , έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα . , λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος .
Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων , το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή .
- " Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους ; ", ρωτά ο Κεφαλλονίτης .
- " Να , είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό , 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί , " λέει το τζίνι .
- " Εντάξει . Γέμισέ το με νερό τώρα ! " , λέει ο Κεφαλλονίτης .
Μια μέρα ένας δάσκαλος δείχνει στο Γιώργο το γράμμα έψιλον {ε} και τον ρωτά:
-Αυτό που βλέπεις τι είναι Γιώργο;
-Αυτό είναι το γράμμα έψιλον.
Ο δάσκαλος αναποδογυρίζει το έψιλον και το κάνει τρία {3} και πάλι ρωτά.
-Γιώργο αυτό που βλέπεις τώρα τι είναι;
-Έψιλον του απαντά ο Γιώργος.
-Λάθος, του λέει ο δάσκαλος, δεν είναι έψιλον αλλά τρία {3}.
Ο Γιώργος πεισματώνει και υποστηρίζει ότι είναι έψιλον και λέει στο δάσκαλο
-Δάσκαλε, εγώ ή στην ανατολή κοιτάζω ή στη δύση κοιτάζω πάλι ο Γιώργος δεν είμαι.