Μπαίνει ένας τύπος στο μπάρ, σκαρφαλώνει σε μία καρέκλα και φωνάζει.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Πάει δύο η ώρα τα ξημερώματα, σηκώνεται να φύγει ο τύπος.
Τον πιάνει ο μπάρμαν.
- Πού πας εσύ; Δεν θα πληρώσεις;
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
- Καλά, λέει ο μπάρμαν.
Το άλλο βράδυ, πάλι ο ίδιος τύπος:
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Στις 2 τα ξημερώματα, ξανασηκώνεται να φύγει.
- Που πάς χωρίς να πληρώσεις;! τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
Τον πιάνει ο μπάρμαν, τον πάει έξω και τον πλακώνει στο ξύλο.
Μετά από καιρό ξανάρχεται ο ίδιος τύπος.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες. Αλλά εσένα κερατά δεν σε κερνάω, γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τί κάνεις!
Ένας δικηγόρος πεθαίνει και πάει στον παράδεισο.
Τον υποδέχεται ο Αγιος Πέτρος που κρατά μαζί του μια λίστα.
- Αυτή η λίστα, λέει ο Αγιος, έχει όλες σου τις αμαρτίες.
Ξεκινά να διαβάζει:
- Υπερασπίστηκες μια εταιρία που μόλυνε τη θάλασσα, ενώ ήξερες πως ήταν ένοχη, απλώς επειδή θα σε πλήρωναν καλά. Υπερασπίστηκες ακόμη ένα φονιά ενώ ήξερες πάλι πως ήταν ένοχος, επειδή θα σου έδινε μεγάλη αμοιβή.
Συνεχίζει το κατεβατό ο Αγιος ώσπου ο δικηγόρος ξεσπά:
- Κάτσε ρε συ, αφού έχω κάνει και φιλανθρωπίες στη ζωή μου!
- Πράγματι, λέει ο άγιος, εδώ κάτω γράφει πως έδωσες κάποτε 50 λεπτά σε έναν άπορο στο δρόμο καθώς και άλλα 20 ως φιλοδώρημα σε έναν άλλο φτωχό σερβιτόρο.
Γυρνά λοιπόν στον άγγελο που κράταγε τα κατάστιχα και του λέει:
- Δωσ' του 70 λεπτά και πες του να πάει στο Διάολο!