Είναι ένα βοσκαρουδάκι στο τσαγκάρη να του μπαλώσει τα στιβάνια . Όξω από το τσαγκάρικο περνά μια γραί και σέρνει μια αίγα από δε κλουθά . Γειάε εκειά ένα διάολο κάνει η γραί νευριασμένη και δυνατά . Ολόρθο πετάχτηκε το βοσκαρουδάκι όξω και λέει στη γραί : Πούντονε θειά απού δεν έχω ξαναθωρεμένο !
βοσκαρουδάκι = μικρός βοσκός.
κλουθά = ακολουθώ .
γραί = γριά .
Γειάε = κοίταξε
δυο γελάδες βοσκούν σ ένα λιβάδι. Ξαφνικά η μια βλέπει έναν μικρών ελέφαντα
να περνάει πετώντας. -δεν θα είδα καλά, σκέφτεται. Μετά απο λίγο όμως
βλέπει άλλους δυο ελέφαντες να πετάνε. Γυρίζει στην άλλη και
-ανησυχώ πολύ...δεν έπρεπε να τα φάω εκείνα τα μανιτάρια...βλέπω
ελέφαντες να πετάνε.
και η άλλη
-μπα, μην ανησυχείς, δεν έχεις τίποτα...άκουσα ότι κάπου εδώ κοντά έχει μια
φωλιά απο δαύτους