Γυρνάει ο Τοτός όλο χαρά σπίτι του. Τον ρωτάει η μάνα:
- Τί έγινε και είσαι τόσο χαρούμενος;
- Να, λέει ο Τοτός, πήγαινα στο σχολείο και βλέπω τον μπαμπά στο αυτοκίνητο με την θεία. Τους ακολούθησα στο παρκάκι και εκεί είδα τον μπαμπά να την φιλάει και να...
- Καλά, του λέει η μάνα του, το βράδυ που θα κάτσουμε να φάμε και θα είναι κι ο πατέρας σου θα μας την πεις την ιστορία σου.
Το βραδυ ο Τοτός όλο χαρά κάθεται στο τραπέζι. Του λέει η μάνα του:
- Τοτό πες την ιστορία σου.
- Το πρωί πήγαινα στο σχολείο και βλέπω τον μπαμπά στο αυτοκίνητο με την θεία. Τους ακολούθησα στο παρκάκι και εκεί είδα τον μπαμπά να την φιλάει, να της βγάζει τα ρούχα και να της κάνει ότι κάνει και ο θείος στην μαμά όταν ο μπαμπάς λείπει ταξίδι.
Ήτανε κάποτε ένας μούτσος εξήντα εκατοστά, που δούλευε σε ένα μεγάλο καράβι. Κάποτε τον φώναξε ο καπετάνιος και του είπε:
- "Aν γυαλίσεις πολύ καλά το κατάστρωμα, έτσι ώστε να γλυστρίσει κάποιος από το πολύ γυάλισμα, τότε θα εμφανιστεί ένα τζίνι. Εσύ μπορείς να του πεις μόνο μια ευχή, αλλά πρόσεχε γιατί είναι λίγο κουφό!"
Έτσι και έκανε ο μούτσος που ήταν εξήντα εκατοστά και του εμφανίστηκε το τζίνι. Τότε ο μούτσος του είπε ότι θέλει τριάντα σακιά λίρες, όμως το τζίνι του έφερε τριάντα σακιά μπύρες! Τότε πηγαίνει ο μούτσος στον καπετάνιο και του λέει:
- "Τι είναι αυτά τα πράγματα; Εγώ ζήτησα τριάντα σακιά λίρες και μου έφερε τριάντα σακιά μπίρες!"
Τότε γυρνάει ο καπετάνιος και του λέει:
- "Tι, νομίζεις ότι εγώ του ζήτησα εξήντα εκατοστά μούτσο."