Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Μια ξένη γλώσσα χρειάζεται

Δυο βλάχοι , ο Μήτσους και ο Κήτσους , ένα απογευματάκι καθότανε σε μια όμορφη τοποθεσία του ορεινού χωριού τους και καμάρωναν τη θέα .
Σε λίγο περνάει από κει ένας τουρίστας .
Τους πλησιάζει ...
- Ντου γιου σπικ ιγκλις ; τους λέει
Οι βλάχοι κοιτάζονται , σηκώνουν τους ώμους και του λένε:
- Τς !
- Σπρεχεν ντοιτς ;
Κοιτάζονται πάλι με απορία ..
- Τς !
- Παρλε βου φρανσε ;
- Τς !
- Παρλαρε ιταλιανο ;
- Τς !
- Παρλα εσπανιολ ;
- Τς !
Ο τουρίστας απογοητευμένος φεύγει ..
Λέει ο Μήτσους:
- Ρε συ Κήτσου μπας και πρεπ να μάθουμ καμιά ξεν γλώσσα ;
- Τι να την κανς την ξεν γλώσσα ρε Μήτσου ;
- Εμ πως ρε Κήτσουμ αν ξερς μια ξεν γλώσσα μπορείς να συνεννοηθείς .
- Μπα ; Γιατί αυτουνος που ήξερε πέντε μπόρεσε να συνεννοηθεί ;




Τυχαίο ανέκδοτο

Ανάπαυση;

Το ζευγάρι τσακώνονταν συνεχώς, κάποια φορά η γυναίκα λέει:
"Ρε άει στον διάολο !!!!"
Ο σύζυγος το πήρε πολύ βαριά και αποφάσισε να πεθάνει,
οπότε πήγε στο νεκροταφείο μπήκε σε ένα τάφο και σκεπάστηκε με την πλάκα.
Η γυναίκα τον έψαχνε από δω, τον έψαχνε από κει, τίποτα.
Περνάει κι από το νεκροταφείο και βλέπει τον φύλακα:
"Ε, κυρ-Γιάννη μήπως είδες τον άντρα μου;"
"Όχι κυρά μου" την λέει, αλλά της κλείνει το μάτι με νόημα:
θα το τακτοποιήσω, μην ανησυχείς.
Ο φύλακας λοιπόν συνέλαβε σχέδιο πονηρόν:
Με το που νύχτωσε, άρχισε να χτυπάει όλους τους τάφους
ΤΟΚ ΤΟΚ και φώναζε: "Ε σηκωθείτε, όλοι, έχουμε δουλειά"
Πάει και στον σύζυγο από πάνω και χτυπούσε:
"Εσύ σήκω έχουμε δουλειά είπα"
Τώρα ο τύπος μέσα στον τάφο λέει
"Μα είμαι πεθαμένος! Τι θέλει αυτός;"
Πάλι ο φύλακας να χτυπά την πλάκα από πάνω ΤΟΚ ΤΟΚ
"Εσύ σήκω είπα, όλοι δουλεύουν, τι κάθεσαι;"
Οπότε ο τύπος ανοίγει την πλάκα και του λέει ο φύλακας:
"Λοιπόν πάρε αυτό το καροτσάκι και μετάφερε εκείνα τα μπάζα
με τους άλλους, να εκεί στην οικοδομή, όλοι μαζί"
Τι να κάνει; παίρνει ένα καροτσάκι και μετέφερε όλο το βράδυ τα χώματα.
Δεν έβλεπε και κανέναν άλλο, σου λέει εμείς οι πεθαμένοι δεν βλεπόμαστε !
Πρόσεχε μην τον χτυπήσουν και τίποτα (αόρατα) καροτσάκια των άλλων.
Με το που άρχισε να ξημερώνει "Εντάξει, τέλος, όλοι μέσα, αύριο πάλι"
φώναζε ο φύλακας. Ο τύπος λοιπόν, λερωμένος, κουρασμένος
κρύβεται να μην τον δούν και, μόλις βρίσκει ευκαιρία, φεύγει τρέχοντας.
Ο φύλακας (χαρούμενος για την επιτυχία) έκανε ότι δεν τον είδε.
Επιστρέφει λοιπόν ο τύπος σπίτι του και όπως γυρνούσε,
βλέπει στην γειτονιά μια αγρυπνία για έναν πεθαμένο.
Μπαίνει μέσα, κόσμος πολύς, να κλαίει η γυναίκα του νεκρού:
"Ααααααχ αντρούλη μου, θα ξεκουραστείς τώρα και μένα μ άφησες
Ααααααχ που όλο έσκαβες και κουραζόσουν"
Ο τύπος λοιπόν πάει στο αυτί του πεθαμένου και του λέει:
"Μεγάλε, όταν ρίξουν τα μπετά, την έβαψες."