Δυο φίλοι ταξίδευαν με το τρένο , και απέναντι τους κάθεται μια γριά . Κάθε τόσο η γριά έβαζε ένα μπουκάλι στο στόμα της . Τους κίνησε την περιέργεια .
" Τι να πίνει άραγε ; " Ρώτησε ο ένας . " Ότι και να πίνει πρέπει να είναι καλό . " Λέει ο άλλος . Ακου να δεις τι θα κάνουμε .
" Όταν θα περάσουμε από τούνελ θα αρπάξουμε το μπουκάλι από την γριά , και θα δοκιμάσουμε . " Έτσι , αφού κάποια στιγμή πέρασαν από τούνελ , δοκίμασαν , και λέει ο ένας :
- Πως σου φάνηκε ;
- Στυφό , άπαντα ο άλλος .
Τότε ρώτησαν την γριά :
Γιαγιάκα , τι είναι αυτό που πίνεις ;
Και αυτή απάντησε :
" Παιδάκι μου , δεν πίνω , φτύνω ! "
Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.