Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Μεράκλωσαν

Αρρώστησε η μητέρα του Γιωρίκα, και έπρεπε να πάει να την δει. Αποφάσισε να αφήσει λοιπόν στην θέση του στο μπαρ τον Κωστίκα, και άρχισε να του δίνει συμβουλές.
- Λοιπόν, τα πράγματα είναι απλά. Όλοι οι πελάτες εδώ είναι καλοί και φιλικοί. Το πιο δύσκολο που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι κάποιοι κωφάλαλοι που έρχονται εδώ κάθε βράδυ.
- Καλά, ρε Γιωρίκα, αφού είναι κωφάλαλοι πώς θα ξέρω τι θέλουν; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Α, το έχουμε ταχτοποιήσει αυτό. Εγώ με αυτούς έχουμε βρει συνθήματα. Όταν σου δείχνουν ένα δάχτυλο, θα τους πηγαίνεις Gordons, όταν σου δείχνουν 2, θα τους πηγαίνεις βότκα και όταν σου δείχνουν 3 θα τους πηγαίνεις ουίσκι...
Το επόμενο απόγευμα στο μαγαζί έρχονται και οι κωφάλαλοι.
Δείχνουν 1 με το δάχτυλο, του πάει Gordons. Δείχνουν 2, τους πάει βότκα. Δείχνουν 3, τους πάει ουίσκι.
Μετά από λίγο βλέπει και τους 3 να κοιτάνε το ταβάνι με τα στόματα ανοιχτά. Δεν ξέρει τί σημαίνει αυτό και τηλεφωνεί στον Γιωρίκα.
- Α, έλα ρε, αυτό δεν είναι τίποτε, λέει ο Γιωρίκας!
- Τότε τί έχουν πάθει; ρωτάει ο Κωστίκας;
- Τίποτε ρε... Μεράκλωσαν και τραγουδάνε...




Τυχαίο ανέκδοτο

Σε ένα σκυλάδικο

Σε ένα σκυλάδικο εκεί που φούντωσε το κέφι, χορός και πολύ ομίχλη από τα
γύψινα πιάτα που σπάζανε, κάποιος αντιλαμβάνεται ότι έχασε το πορτοφόλι του.
Ανεβαίνει λοιπόν γεμάτος αγωνία στη σκηνή πιάνει το μικρόφωνο και λεει.
«Παιδιά προσοχή, ένα, δυο, τρία, ακούγομαι; Ένταξη. κατά την διάρκεια της
νύχτας ίσως πριν από λίγο, εδώ μέσα έχασα το πορτοφόλι μου με χίλια εύρο
μέσα. προσφέρω τα πενήντα σε αυτόν που θα μου το επιστρέψει»
Και μια φωνή από το βάθος της αίθουσας «Εγώ προσφέρω εκατόν πενήντα...»
Και ένας άλλος από την μπροστινή σειρά τραπεζιών «Eγώ προσφέρω τα μισά»