Μια γιαγιά είχε δύο εγγόνια. Το ένα ήταν καλό παιδί και την αγαπούσε πάρα πολύ. Το άλλο όμως ήταν κακό και πονηρό και δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Μια μέρα λοιπόν πάει η γιαγιά να βρει το καλό της εγγονάκι, μπαίνει στο ασανσέρ, πατά το κουμπί, αλλά γίνεται διακοπή ρεύματος και κλείνεται μέσα.
Αμέσως, ο εγγονός της καλεί την πυροσβεστική και η γιαγιά απεγκλωβίζεται. Την άλλη μέρα βλέπει έξω από το σπίτι του μια ΠΟΡΣΕ με ένα σημείωμα:
- "Με αγάπη, η γιαγιά σου."
Μια άλλη μέρα, πάει η γιαγιά να βρει τον άλλο της εγγονό. Μπαίνει στο ασανσέρ, αλλά και πάλι για κακή της τύχη κλείνεται μέσα. Τότε το κακό εγγόνι, κόβει τα καλώδια του ασανσέρ, το ασανσέρ πέφτει και η γιαγιά συνθλίβεται!
Την άλλη μέρα, λοιπόν, βλέπει έξω από το σπίτι του μια ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ παρκαρισμένη, με το σημείωμα:
- "Με αγάπη. Ο παππούς σου!"
Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα. Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος, μπαίνει στο χασάπικο.
Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει. Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί. Αυτός του είπε να ξαναπάει.
Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο και ξανά λέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα.
Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα.
Έτσι όμως που τον κρέμασε, βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει:
- "Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες;"