Βράδυ , μεσάνυχτα , χιονίζει και ένας τυπάκος αναγκάζεται να περάσει μέσα από ένα νεκροταφείο για να κόβει δρόμο , αν και τρέμει από το φόβο του .
Καθώς περπατάει ακούει ένα "τικ - τακ ,τικ - τακ , τικ-τακ ".... πλησιάζει στο σημείο απ όπου προερχόταν ο ήχος κατατρομαγμένος ..
Βλέπει λοιπόν έναν τύπο να σκαλίζει κάτι πάνω σε μια ταφόπλακα ...
- Τι ...τι κάνετε εκεί ; του λέει με τρεμάμενη φωνή !
- Τι να σε πω ρε φιλαράκι ! Αυτοί οι βλάκες έγραψαν το όνομά μου λάθος !
Ένας άγγελος εμφανίζεται μέσα στο ναό ξαφνικά μπροστά στο συμβούλιο των γερόντων και λέει στον αρχιγέροντα πως σε ανταπόδοση για την πίστη του και την προσφορά του προς το Θεό , ο Κύριος θα τον ανταμείψει με την επιλογή να μπορεί να έχει άπειρο πλούτο , άπειρη σοφία ή άπειρη ομορφιά . Χωρίς να το σκεφτεί ούτε στιγμή , ο γέροντας λέει πως θέλει άπειρη σοφία .
"Έγινε" του λέει ο άγγελος και εξαφανίζεται μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και φωτός. Αμέσως, όλα τα κεφάλια στρέφονται στον πάνσοφο γέροντα ο οποίος κάθεται στη θέση του και ένα αχνό φωτοστέφανο φέγγει πάνω από το κεφάλι του.
Μην αντέχοντας τη σιωπή, ένας από τους νεότερους κληρικούς λέει "Πείτε κάτι!"
Ο γέροντας αναστενάζει και λέει "Έπρεπε να πάρω τα λεφτά"...