Ανοιξιάτικο βραδάκι, εξοχικό το τοπίο, με το φως της μέρας ακόμη να κρατά και οι δυο φοιτητές της ιατρικής κάνουν τον περίπατό τους στον αγροτόδρομο για να ξεκουραστούν από τη μελέτη της ημέρας. Σε κάποια στιγμή και μετά από μια καμπή είδαν μπροστά τους σε αρκετή απόσταση να βαδίζει αργά, σκυφτός, σχεδόν διπλωμένος στα δύο, ένας άνδρας αρκετά ηλικιωμένος.
-Κοίταξε αυτόν το γέρο με τί δυσκολία βαδίζει! Παρατήρησε ο ένας φοιτητής. Στοιχηματίζω ότι πάσχει από σπονδυλαρθροίτιδα...
-Διαφωνώ! Είμαι σίγουρος ότι απλώς ξάφνιασε τη μέση του, έπαθε δηλαδή αυτό που λέμε λουμπάγκο... Τον αντέκρουσε ο άλλος.
Όχι, σπονδυλαρθροίτιδα, όχι, λουμπάγκο, παρά λίγο να τσακωθούν.
Αποφάσισαν λοιπόν, να επιταχύνουν το βήμα τους, να τον προλάβουν και να τον ρωτήσουν από τί υποφέρει. Αυτό και έκαναν. Τον πλησίασαν τον καλησπέρισαν ευγενικά και τον ρώτησαν.
-Μας συγχωρείτε, μα επειδή είμαστε φοιτητές ιατρικής και ως εκ τούτου κάναμε από μακριά ο καθένας μας διάγνωση περί της νόσου
από την οποία υποφέρετε και σας κάνει να βαδίζετε έτσι, αλλά του καθενός μας είναι διαφορετική αυτή η διάγνωση, θα σας παρακαλούσαμε να μας πείτε εσείς τί ακριβώς έχετε....
-Μάλιστα! Εσείς νεαρέ μου, τί διαγνώσατε; ρωτάει τον πρώτο.
-Σπονδυλαρθροίτιδα!
-Μάλιστα! Κι εσείς; ρωτάει τον άλλο.
-Εγώ πιστεύω πως σας έπιασε απλώς λουμπάγκο!....
-Κύριοι, λαθέψαμε και οι τρεις! Κι εγώ ενόμιζα, δυστυχώς, πως είχα
μόνο ...αέρια!
Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα χρόνια, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
- Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!
Μετά απο είκοσι δύο χρόνια δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:
- Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει.
Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!