Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Λάθεψαν και οι τρεις.

Ανοιξιάτικο βραδάκι, εξοχικό το τοπίο, με το φως της μέρας ακόμη να κρατά και οι δυο φοιτητές της ιατρικής κάνουν τον περίπατό τους στον αγροτόδρομο για να ξεκουραστούν από τη μελέτη της ημέρας. Σε κάποια στιγμή και μετά από μια καμπή είδαν μπροστά τους σε αρκετή απόσταση να βαδίζει αργά, σκυφτός, σχεδόν διπλωμένος στα δύο, ένας άνδρας αρκετά ηλικιωμένος.
-Κοίταξε αυτόν το γέρο με τί δυσκολία βαδίζει! Παρατήρησε ο ένας φοιτητής. Στοιχηματίζω ότι πάσχει από σπονδυλαρθροίτιδα...
-Διαφωνώ! Είμαι σίγουρος ότι απλώς ξάφνιασε τη μέση του, έπαθε δηλαδή αυτό που λέμε λουμπάγκο... Τον αντέκρουσε ο άλλος.
Όχι, σπονδυλαρθροίτιδα, όχι, λουμπάγκο, παρά λίγο να τσακωθούν.
Αποφάσισαν λοιπόν, να επιταχύνουν το βήμα τους, να τον προλάβουν και να τον ρωτήσουν από τί υποφέρει. Αυτό και έκαναν. Τον πλησίασαν τον καλησπέρισαν ευγενικά και τον ρώτησαν.
-Μας συγχωρείτε, μα επειδή είμαστε φοιτητές ιατρικής και ως εκ τούτου κάναμε από μακριά ο καθένας μας διάγνωση περί της νόσου
από την οποία υποφέρετε και σας κάνει να βαδίζετε έτσι, αλλά του καθενός μας είναι διαφορετική αυτή η διάγνωση, θα σας παρακαλούσαμε να μας πείτε εσείς τί ακριβώς έχετε....
-Μάλιστα! Εσείς νεαρέ μου, τί διαγνώσατε; ρωτάει τον πρώτο.
-Σπονδυλαρθροίτιδα!
-Μάλιστα! Κι εσείς; ρωτάει τον άλλο.
-Εγώ πιστεύω πως σας έπιασε απλώς λουμπάγκο!....
-Κύριοι, λαθέψαμε και οι τρεις! Κι εγώ ενόμιζα, δυστυχώς, πως είχα
μόνο ...αέρια!




Τυχαίο ανέκδοτο

Ο Κερκυραίος, ο Κεφαλλονίτης κι ο Λευκαδίτης.

Είναι ένας Κερκυραίος , ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης , που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι .
Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι .
- " Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω " , λέει το τζίνι .
- " Ψαράς είμ εγώ , ψαράς είν ο πατέρας μου , ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός . Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια . ", λέει ο Λευκαδίτης .
- " Έγινε ! ", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή .
- " Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα , έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα . , λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος .
Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων , το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή .
- " Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους ; ", ρωτά ο Κεφαλλονίτης .
- " Να , είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό , 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί , " λέει το τζίνι .
- " Εντάξει . Γέμισέ το με νερό τώρα ! " , λέει ο Κεφαλλονίτης .