Ήταν λοιπόν μια οικογένεια Λαρισαίων .
" Ιέλα , πατέρα . Τα ζα δεν προκάνουν να τρών σα κάτ " και όλο τέτοια .
Μια μέρα λοιπόν κερδίζουν το Λόττο ...
Στο σπίτι είχαν πανηγύρια . Μόλις το έμαθε και ο μικρός της οικογένειας έβαλε τις φωνές από τη χαρά του .
" Ουόρε μάνα μ τι έχ να γενεί ... Θ αγουράσ μια κουρσα π είδα ψες σεμπεζάκι . Πατέρα μ τ ακούς ; "
Εδώ επεμβαίνει η μάνα και λέει στο μικρό :
" Κοίτα να δεις , τώρα που έχουμε λεφτά έχουμε ανέβει κοινωνικά και δεν είναι σωστό για την κοινωνική μας θέση να μας φωνάζεις μάνα και πατέρα . Προτιμώ να μας λες mummy και daddy. "
Ηρθε λοιπόν και το καλοκαίρι και ήταν όλη η οικογένεια στον Αστέρα για μπάνιο με τη Mercedes πια , τα πεκινουά και δεν περιγράφεται ... χλιδή .
Παίρνει λοιπόν φόρα ο γιός , βουτάει στη θάλασσα και μετά από καμιά δυο βουτιές φωνάζει στους δικούς του στην παραλία :
" Mummy , Daddy τηράτε με πως πλατσανάω... ! "
Ήταν μια φορά ένα αντρόγυνο που ήθελε να αγοράσει σπίτι στην εξοχή. Όμως η γυναίκα δεν πήγαινε και κάποια φορά έστειλε γράμμα στον ιερέα που πουλούσε το σπίτι, να της περιγράψει το WC.Ο καημένος ο ιερέας ήταν χωριάτης και νόμισε πως WC είναι η καθολική εκκλησία της περιοχής. Της έγραψε λοιπόν ένα γράμμα που έλεγε τα εξής:
"Το μέρος γενικά είναι ευρύχωρο και εκατοντάδες άνθρωποι εισέρχονται μέσα και όταν βγαίνουν είναι ικανοποιημένοι. Πολυέλαιοι και κεριά παντού ενώ ότι δίνεται πηγαίνει κατευθείαν στους φτωχούς και άστεγους συνανθρώπους μας".