Ήταν ένας βάρβαρος, κλασικά δυνατός αλλά και χαζός. Ενώ έχει νικήσει στρατούς ολόκληρους μόνος του, στη διαδρομή στέκεται σ' ένα δάσος.
Εκεί που προχωρούσε βρίσκει ένα δέντρο που είχε μια πόρτα πάνω!
Την κοιτάει για λίγο... "Κάποιος εχθρός θα μένει μέσα", λέει, "θα μπώ!"
Αρχίζει λοιπόν να ρίχνει μπουνιές και κλωτσιές με όλη του τη δύναμη στην πόρτα. Η πόρτα δεν έπαθε το παραμικρό!
"Εγώ;" λέει εκνευρισμένος, "εγώ ο Κόναν και να μην μπορώ να ρίξω μια πορτούλα!"
Βγάζει λοιπόν ένα σπαθί και αρχίζει να τη βαράει. Η πόρτα τίποτα, παρέμεινε στη θέση της!
"Μα πως γίνεται να έχω νικήσει στρατιές ολόκληρες και να μην μπορώ να ρίξω μια πόρτα!"
Βγάζει τώρα το διπλό τσεκούρι του και αρχίζει τις τσεκουριές στην πόρτα!
Η πόρτα τίποτα! Ούτε γρατσουνιά!
Ενώ έκανε τερατώδεις προσπάθειες να ρίξει την πόρτα, τον βλέπει ένας γέροντας, ο σοφός αρχηγός των ξωτικών του δάσους!
Τον πλησιάζει...
- Κόναν, του λέει, έχει και πόμολο η πόρτα...
Τον κοιτάει ο Κόναν περίεργα:
- Όλο γρίφους είσαι γέροντα...
Ήταν μια φορά μια οικογένεια χελώνων (μάνα, πατέρας, και τρεις γιοί) και αποφάσισαν να πάνε για πικ νικ. Ξεκίνησαν ένα ωραίο πρωί και περπατώντας μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες, βρήκανε ένα ωραίο λιβάδι. Στρώσανε μία κουβέρτα και βγάζοντας τα πράγματα είδαν ότι έλειπε το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες. Λέει τότε ο πατέρας στον μικρό του γιό. Γιε μου να πας στο σπίτι να φέρεις το ανοιχτήρι.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Πατέρας: Σου υπόσχομαι ότι θα σε περιμένω.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Με τα πολλά όμως έφυγε. Πέρασαν τρεις μέρες αλλά δεν είχε γυρίσει. Τότε ο δεύτερος γιος άρχισε να διαμαρτύρεται ότι πεινάει. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει ο πατέρας. Πέρασε μία βδομάδα, δύο βδομάδες, ένας μήνας και άρχισαν να διαμαρτύρονται και οι άλλοι. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει πάλι ο πατέρας. Πέρασαν δύο μήνες ώσπου δεν άντεξε και ο πατέρας και λέει στους υπόλοιπους να ξεκινήσουν να τρώνε. Tότε ξεπετάγεται ένα κεφάλι πίσω από κάτι θάμνους και λέει:
Θʽ φάτε ε, δεν πάω!!!!