Ένας τύπος πήγε επίσκεψη στο σπίτι ενός παλαιού φίλου του.
Που είχε να τον δη πολύ καιρό.
Στο τραπέζι εκεί που τρώγανε, ο φίλος του τύπου αποκαλούσε
την γυναίκα του με διάφορα κολακευτικά ονοματάκια,
γλυκιά μου, καρδούλα μου, πεπόνακι μου, γουρουνάκι μου και άλλα.
Ο τύπος εντυπωσιασμένος επειδή οι φίλοι του ήταν παντρεμένοι 65 χρόνια.
Όταν η γυναίκα του φίλου του ήταν στην κουζίνα του λέει «είναι θαυμάσιο
έπειτα από τόσα χρόνια παντρεμένος και ακόμη χρησιμοποιείς τέτοιες λέξεις»
Και ο φίλος του κοιτάζοντας προς το ταβάνι «τι να κάνω, πριν από δέκα
χρόνια ξέχασα το όνομα της»
Ευτυχισμένο ήτανε το ζευγάρι. Καλός εκείνος, καλή κι εκείνη αγαπιούντανε καλά κι ας είχανε περάσει χρόνια απ όταν ευλογηθήκανε. Είχανε ξεπουλιάσει τα κοπέλια, είχανε παντρευτεί κι είχανε πιάσει φύλα και φτερά ...
Μοναδικός σύντροφος του ζευγαριού στα γεράματα η πεθερά η μάνα τσι γυναίκας δηλαδή ένας καλός άνθρωπος που ήτανε όμως παράλυτη. Αγόγγυστα τη σήκωνε ο γαμπρός τσι τη μια να τήνε πάει στον ήλιο την άλλη στον ασκιανό. Φορά δεν του πε η γυναίκα ντου {πάρε τη μάνα μου και βάλε τήνε εκειε} και να μην τση κάμει το χατίρι. Κάποτε κι ενώ περιμένανε να ποθάνει η πεθερά ένας ξαφνικός κόλπος έριξε κάτω το...γαμπρό.
Στο μοιρολόι η κερά δεν ξέχασε τσι καλοσύνες του άντρα τζη και τσι περιποιήσεις του για τη μάνα τζη. (Η μάνα μου μαπόμεινε, βλαστέ μου, κι ήντα θα τήνε κάμω εδά αητέ μου που μόνο να σου το λεγα, καμάρι μου ντελόγο τήνε σήκωνες, κλωνάρι μου, και πάντα μου την κάθιζες, καλέ μου, όπου θελά σου δείξω ,καντηφέ μου, και ΄δα άπου μ ΄απόθανες, καμάρι μου, ποιος θα μου την καθίζει, κανακάρη μου)