Ο παπα-Μανώλης -ένας μοντέρνος παπάς- οδηγεί μηχανή. Ένας τροχονόμος που τον έχει βάλει στο μάτι, του κάνει νόημα 30 μέτρα πριν τα φανάρια για να τον σταματήσει. Ο παπάς πετυχαίνει και σταματά ακριβώς στο σημείο που του έχει υποδείξει. Για μέρες γινόταν το ίδιο πράγμα. Ο τροχονόμος κάθε φορά που έβλεπε τον παπά του έκανε νόημα να σταματήσει στα 20, στα 10, στα 5 και την τελευταία φορά στο 1 μέτρο. Εκείνη την τελευταία φορά λοιπόν, πάλι ο παπάς κατάφερε να σταματήσει ακριβώς στο υποδεικνυόμενο σημείο.
Γεμάτος απορία ο τροχονόμος για την ακρίβεια του παπά τον ρωτάει: "καλά, πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά και είσαι τόσο ακριβής;"
Και ο παπάς λέει: "Ακου παιδί μου, εγώ έχω το Χριστό και την Παναγία μαζί μου και τα καταφέρνω".
"Ωπ!! τρία άτομα στη μηχανή; κλήση αμέσως!"
Ενας τυπάς περπάταγε αμέριμνος στην εξοχή. Θαύμαζε τα λουλούδια, ανάπνεε τον καθαρό αέρα, ώσπου ξαφνικά, περνάει δίπλα από τον γεμάτο φυτά φράχτη μιας πανάκριβης εξοχικής κατοικίας. Καθώς θαύμαζε τα πολυτελή παραθύρια, ακούει από τον κήπο μια παιδική φωνή να επαναλαμβάνει: "οτό, οτό οτό..."- Δεν πάμε καλά. Τι διάολο είναι τούτο πάλι, σκέφτεται.
Κολλάει το σώμα του στον φράχτη και προσπαθεί να κοιτάξει διακριτικά από πάνω. Πραγματικά, μέσα στην αυλή, ένα μικρό παιδάκι, πέντε με έξι χρονών, με τα χέρια ακουμπισμένα στο χείλος του πηγαδιού, κοιτούσε το χάος ίσια κάτω και μονολογούσε: "οτό, οτό, οτό".
Γεμάτος περιέργεια, σκυφτά-σκυφτά, περπατάει μέχρι την κοντινή αυλόπορτα. Μένοντας κρυμμένος, κοιτάει με την άκρη του ματιού του να δει τι ακριβώς γίνεται.
Καμιά διαφορά. Ο μικρός, εξακολουθεί να σκέκεται με τα χέρια πάνω στο χείλος, ελαφρά γερμένος προς τα μέσα, και να μονολογεί: "οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, σηκώνεται όρθιος, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σηκώνει το κεφάλι ψηλά και αρχίζει να περπατάει σφυρίζοντας. Διασχίζει την αυλόπορτα, φτάνει πάνω από τον μικρούλη, και ρίχνει μια προσποιητή αφηρημένη ματιά μέσα στο πηγάδι, χωρίς να σταματήσει το σφύριγμα.
Τζίφος. Το πηγάδι είναι φοβερά βαθύ και το μόνο που διακρίνει είναι σκοτάδι. Και ο μικρός εξακολουθεί: "οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος αποφασίζει να το χειριστεί αλλιώς. Γονατίζει δίπλα στον μικρό, και με παιδική φωνή του λέει:
- Γεια σου, παιδάκι. Τι κάνεις εδώ;
Ο μικρός το βιολί του:
- Οτό, οτό, οτό.
- Τι είναι μες το πηγάδι;
Τα ίδια.
Ο φίλος τα παίρνει στο κρανίο. Σηκώνεται ξανά όρθιος, αποφασισμένος να λύσει το όλο αίνιγμα. Πλησιάζει το χείλος του πηγαδιού. Κοιτάει έντονα μέσα. Αβυσσος. Ακουμπάει το χέρια του στο χείλος και ξανακοιτάει. Σκοτάδι. Μεταφέρει το βάρος του στα χέρια του, γέρνει πάνω από το πηγάδι, και προσπαθεί να διακρίνει οτιδήποτε στο βάθος του. Ο μίκρος δίπλα το χαβά του. "Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος γέρνει ακομη περισσότερο.
Βρίσκεται τώρα σχεδόν ολόκληρος πάνω από το πηγάδι. Κοιτάζει με ένταση το σκοτάδι κάτω. Ξαφνικά, ο μικρός, μετακινείται απότομα. Ερχεται από πίσω του και με μια ελαφριά σκουντιά, τον αναγκάζει να χάσει την ισορροπία του.
Ο φίλος τρεκλίζει, προσπαθει να βρει κάτι να κρατηθεί, κουνάει απελπισμένα τα χέρια του γύρω-γύρω στον αερά και με ένα μακρόσυρτο "ΑΑΑααααα..." βουτάει προς τον πάτο του πηγαδιού.
Ο μικρός, ατάραχος, επανέρχεται στην προηγούμενη θέση του, ακουμπάει τα χέρια του πάνω στο χείλος του πηγαδιού και συνεχίζει:
- Εννιά, εννιά, εννιά ...