Καταιγίδα! Χαλάει ο κόσμος. Αστροπελέκια, βροχή, αέρας να λυγίζει τα
δέντρα και όλα τα σχετικά μιας αξιοπρεπούς καταιγίδας. Μια μαμά βάζει
το παιδάκι της στο κρεβάτι, του δίνει ένα φιλί κι ότι είναι έτοιμη να
σβήσει το φως, της λέει ο γιος της, με τρεμάμενη φωνή:
- Μαμά, θέλω να κοιμηθείς μαζί μου απόψε.
- Δεν μπορώ, αγάπη μου, λέει η μαμά, αγκαλιάζοντας τον μ ένα
καθησυχαστικό χαμόγελο. Πρέπει να κοιμηθώ με τον μπαμπά σου.
Μετά από μακριά σιωπή, λέει ο μικρός, πάλι με τρεμάμενη φωνή:
- Φοβάται περισσότερο από μένα, ο παλιοχέστης!
Πάει ένας ξένος στα Ζωνιανά κάθεται στο καφενείο του χωριού και παραγγέλνει μια ρακή. Την ώρα που του σερβίρουν τη ρακή ρωτάει τον ιδιοκτήτη του καφενείου:
- Έχει εδώ κανένα ξενοδοχείο;
Πριν μιλήσει ο ιδιοκτήτης πετάγεται κάποιος από ένα άλλο τραπέζι και λέει:
- Οχι παλληκάρι, δεν έχει ξενοδοχεία επαέ, αλλά μπορείς να μείνεις μαζί μας. Έλα σπίτι μου κι έχει μαγειρέψει η γυναίκα μου πιλάφι με ρίφι(κατσίκι) να γλύφεις τα δάκτυλά σου.
Πάει λοιπόν στο σπίτι του κι ήταν μαζεμένο όλο το σόι. Του βάζουν ένα πιάτο ρύζι με κρέας και του άρεσε πάρα πολύ.
Λέει, λοιπόν:
- Μπορώ να έχω ακόμη λίγο ρύζι;
- Και βέβαια.
Του βάζουν άλλο ένα πιάτο ρύζι και μόλις το τρώει ρωτάει πάλι:
- Μου αρέσει πολύ αυτό το ρύζι, να φάω λίγο ακόμη;
- Καλά παλληκάρι, να σου βάλω ρύζι, αλλά φάε και λίγο κρέας γιατί το ρύζι το πληρώνουμε!