Καταιγίδα! Χαλάει ο κόσμος. Αστροπελέκια, βροχή, αέρας να λυγίζει τα
δέντρα και όλα τα σχετικά μιας αξιοπρεπούς καταιγίδας. Μια μαμά βάζει
το παιδάκι της στο κρεβάτι, του δίνει ένα φιλί κι ότι είναι έτοιμη να
σβήσει το φως, της λέει ο γιος της, με τρεμάμενη φωνή:
- Μαμά, θέλω να κοιμηθείς μαζί μου απόψε.
- Δεν μπορώ, αγάπη μου, λέει η μαμά, αγκαλιάζοντας τον μ ένα
καθησυχαστικό χαμόγελο. Πρέπει να κοιμηθώ με τον μπαμπά σου.
Μετά από μακριά σιωπή, λέει ο μικρός, πάλι με τρεμάμενη φωνή:
- Φοβάται περισσότερο από μένα, ο παλιοχέστης!
Όταν ο Ιησούς ολοκλήρωσε το έργο του στη γη και γύρισε στον Παράδεισο, θέλησε να βρει τον θνητό πατέρα του τον Ιωσήφ.
Όταν τον ρώτησε ο Άγιος Πέτρος ποιός ήταν για να τον οδηγήσει σε αυτόν, ο Ιησούς απάντησε:
- Ήταν ένας φτωχός και καλόκαρδος ξυλουργός.
- Κατάλαβα, λέει ο Άγιος Πέτρος. Έλα μαζί μου.
Πράγματι, σε μια γωνιά βρήκαν έναν γεράκο ξυλουργό που εκείνη την ώρα δούλευε με τις κατασκευές του.
- Ορίστε λέει ο Άγιος Πέτρος, ο Πατέρας σου.
Ο Ιησούς, συγκινημένος, τρέχει προς το μέρος του γέρου και φωνάζει:
- Πατέρα!
Τον κοιτάζει ο γέρος και αποκρίνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό:
- Πινόκιο!