Ήταν ένας παπάς σε μία εκκλησία και ήθελε κάποιον να ζωγραφίσει τον Μυστικό Δείπνο στον ρούλο.
Έψαχνε λοιπόν για αγιογράφο, αλλά ο μόνος που βρήκε να είναι σχετικά φτηνός ήταν και μπεκρής.
Παρόλα αυτά, επειδή τα λεφτά ήταν λίγα, αποφασίζει να τον φωνάξει.
Αρχίζει να ζωγραφίζει ο μάστορας, αρχίζει και να πίνει, γίνεται ντίρλα, και κάνει τον Ιησού να ρίχνει ζεμπεκιές, τον Ιούδα να χτυπάει παλαμάκια, τον Ματθαίο να σπάει πιάτα, και τέτοια...
Πηγαίνει την άλλη μέρα ο παπάς, τα βλέπει και αρχίζει να φωνάζει:
- Πω πώ ρε αθεόφοβε, τι είναι αυτά που έκανες εκεί;;; Δεν ντρέπεσαι αλήτη!
Οπότε λέει και ο μάστορης:
- Τι να σου πω, πάτερ... Εγώ όταν τους άφησα, τρώγανε ακόμα...
Μπαίνει ο τύπος στο σπίτι του, μεθυσμένος, σε κακή κατάσταση και βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγριεμένη γυναίκα του.
- Που ήσουνα μέχρι τα άγρια χαράματα; ρωτάει
- Γυναίκα, ήταν υπέροχα. Ένα καινούργιο μπαρ, το «Golden Saloon»... Όλα εκεί μέσα είναι χρυσά. Έχει τεράστιες χρυσές πόρτες, χρυσό πάτωμα,... μέχρι και το ουρητήριο είναι χρυσό.
Η γυναίκα του δεν πίστεψε λέξη, αλλά την άλλη μέρα βρίσκει το νούμερο του νέου μπαρ και τους τηλεφωνεί, για να ελέγξει την ιστορία του άντρα της.
- Εκεί "Golden Saloon"; ρωτάει, μόλις κάποιος απάντησε το τηλέφωνο.
- Βεβαίως! Τι θα θέλατε; τη ρωτάει ο μπάρμαν.
- Έχετε χρυσές πόρτες;
- Φυσικά, λέει αυτός.
- Και χρυσό πάτωμα;
- Έχουμε και χρυσό πάτωμα.
- Και χρυσό ουρητήριο;
Και τότε ο μπάρμαν βάζει τις φωνές σε κάποιον άλλον μέσα στο μπαρ.
- Γιάννη, μου φαίνεται ότι βρήκα τα ίχνη αυτού που κατούρησε μέσα στο σαξόφωνό σου χτες.